Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

E. A. Πόε


Jairo Guerrero
Τρία ποιήματα


Μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος
____________________________________

Το Κοράκι


Έντγκαρ Άλαν Πόε
(19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849)


Εικονογραφημένο
από τον
Γκουστάβ Ντορέ
(1832-1883)

__________________________________________________




ΠΟΤΕΠΙΑ



ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

1.
ΚΙ ΕΓΕΡΝΑ ΑΠΟΚΑΜΩΜΕΝΟΣ

Μεσονύχτι, ήμουν θλιμμένος, κι έγερνα αποκαμωμένος,
Μες σε αλλόκοτα βιβλία κι ολοκίτρινα χαρτιά,
Με βαριά τα βλέφαρά μου, κι ως γλιστρούσα στα όνειρά μου
Ξάφνου απ’ την εξώθυρά μου κάτι ακούστηκε πνιχτά
«Κάποιος επισκέπτης θα ’ναι, ψέλλισα, που μου χτυπά,
«Τούτο μόνο, τι άλλο πια;».

2.
ΚΡΥΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΠΟΥ ΟΡΓΙΑΖΕΙ

ΝΑ ΞΕΧΝΟΥΣΑ ΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ

ΤΗ ΛΕΟΝΟΡΑ ΠΟΥ ΘΡΗΝΟΥΣΑ

ΠΟΥ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΛΕΙΠΕΙ ΠΙΑ

Α, τη θύμησή μου αρπάζει κρύος Δεκέμβρης που οργιάζει,
Και στην κάμαρα σωριάζει στάχτες, σπίθες και στοιχειά
Το αύριο να ’ρθει λαχταρούσα, κι άδικα παρακαλούσα
τη Λεονόρα που θρηνούσα να ξεχνούσα στα χαρτιά
Την πανέμορφη Λεονόρα των αγγέλων συντροφιά
Που από μένα λείπει πια.

3.
ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΞΕΝΟΣ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑ

Οι κουρτίνες μου θροΐζουν όλο θλίψη ψιθυρίζουν
Άγριους  τρόμους με γεμίζουν κι ανταριάζει μου η καρδιά·
Έτσι για να γαληνέψω την ψυχή μου να ημερέψω
Μονολόγησα «Ίσως είναι κάποιος ξένος που χτυπά
Ξένος, αργοπορημένος που την πόρτα μου χτυπά.
Αυτό είναι, τι άλλο πια».

4.
ΠΙΣΣΑ, ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΠΙΑ

Κι ευθύς θέριεψε η ψυχή μου, χάνονται κι οι δισταγμοί μου
«Κύριε –λέω– ή Κυρία, συμπαθάτε με βαθιά,
Βάραιναν τα βλέφαρά μου κι από την εξώθυρά μου,
σιγανά στα όνειρά μου, ήρθε ο χτύπος σας, πνιχτά.
Δυσκολεύτηκα ν’ ακούσω». Κι άνοιξα στην κρύα νυχτιά.
Πίσσα, τίποτε άλλο πια.

5.
ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ

 Σκύβω μέσα στα ερέβη κι άγριος φόβος με παιδεύει
Τα όνειρά μου εφιάλτες ζωντανεύουν στη νυχτιά
Μα η γαλήνη δεν ραγίζει, κι η σιωπή που πλημμυρίζει
Άκουσα να ψιθυρίζει «Λεονόρα!» απαλά
Εγώ το ’χα  μουρμουρίσει και το αντήχησε η νυχτιά.
Αυτό θα ’ναι, τι άλλο πια.

6.
ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ ΘΑ ΝΑΙ

 Μπαίνοντας στην κάμαρή μου, κι όπως φλέγεται η ψυχή μου,
Νάσου ξανακούω ήχο, μα από πριν πιο δυνατά.
«Βέβαια, λέω, μου χτυπάνε, στο παράθυρό μου θα ’ναι
Για να δω, τι μου ζητάνε, να λυθεί κι ο γρίφος πια
–Η καρδιά μου να ημερέψει, να λυθεί κι ο γρίφος πια–
Μπα! Ο αγέρας, τι άλλο πια!»

7.
ΚΙ ΩΣ ΑΝΟΙΓΩ ΤΑ ΠΑΝΤΖΟΥΡΙΑ

ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΜΕ ΛΟΓΑΡΙΑΖΕΙ


ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΟΤΟΜΗ ΠΑΛΛΑΔΑΣ, ΚΟΥΡΝΙΑΣΕ 

Κι ως ανοίγω τα παντζούρια, φτερουγώντας δίχως φούρια,
Μεγαλόπρεπο κοράκι μπαίνει σαν αρχαία γητειά.
Δίχως να με λογαριάζει, δίχως διόλου να διστάζει
Στην εξώθυρα κουρνιάζει με αληθινή αρχοντιά
–Σε μια προτομή Παλλάδας, κούρνιασε με αρχοντιά–
Κούρνιασε κι αυτό ήταν πια.

8.
ΟΡΝΙΟ ΑΡΧΑΙΟ, ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΣΑΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΙΑ

Τ’ όρνιο μ’ έκανε το μαύρο, ένα μισογέλιο να ’βρω
Έτσι σοβαρό που στέκει με ατάραχη θωριά
«Κι αν σου κόψανε το ωραίο το λοφίο, είσαι σπουδαίο
Όρνιο αρχαίο, φρικαλέο, που πλανιέσαι στη νυχτιά,
Ποιο το αρχοντικό όνομά σου στην Πλουτώνια τη νυχτιά!»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

9.
Θαύμασα το άχαρο, πάλι, τ’ όρνιο που φωνή είχε βγάλει
Μ’ όλο που είπε τόσο λίγα –κι ας μην είχε ειρμό σταλιά·
Κι όλοι ομολογούμε ακόμα, πως δεν το ’πε ανθρώπου στόμα
Όρνιο να είδε σ’ ένα δώμα, θρονιασμένο με αρχοντιά
Σε μια εξώθυρα στημένο, σ’ ένα μπούστο, με αρχοντιά,
Να το λένε «Ποτεπιά».

10.

ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΦΙΛΟΙ ΕΦΥΓΑΝ ΠΙΑ

Το κοράκι στέκει μόνο, στη θεά, λέγοντας μόνο
Ετούτο, λες και ξεψυχούσε από αυτό το «Ποτέ πια».
Άλλο σαν να μη γνωρίζει, κι ούτε πούπουλο ανεμίζει
Κι ο εαυτός μου ψιθυρίζει «Κι άλλοι φίλοι έφυγαν πια»
Σαν ελπίδα θα πετάξει, το πρωί, κι αυτό ήταν πια.»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

11.
Τρόμαξα. Η γαλήνη σπάζει έτσι όπως ξανακράζει
«Σίγουρα, είπα, η επωδή του είναι φτωχή κληρονομιά
Απ’ τον πρώην Κύριό του, που με το παράπονό του,
τον αγιάτρευτο καημό του, έχει πληγωθεί βαριά,
Ώσπου τα άγρια μοιρολόγια το πληγώσανε βαριά
Με Ποτέ–Ποτεπιά».

12.
ΑΠ ΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΒΓΑΖΩ

Τ’ όρνιο έκανε τη μαύρη την ψυχή μου γέλιο να ’βρει
Και τραβώ μια πολυθρόνα στη ματιά του αντικρυστά.
Στο βελούδο της βουλιάζω, χίλιες σκέψεις αραδιάζω
Απ’ το νου μου όμως δεν βγάζω του άχαρου όρνιου τη γητειά
Του άθλιου, άγαρμπου, φριχτού όρνιου, την απόκοσμη γητειά
Που όλο κρώζει «Ποτεπιά».

13.
ΣΤΟ ΒΕΛΟΥΔΟ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ

Σε εικασίες βουτηγμένος, σιωπηλός και μπερδεμένος,
Μπρος στα πυρωμένα μάτια που μου τρώνε την καρδιά,
Τα ’φερνα στο νου μου πάλι, κι είχα γείρει το κεφάλι
Στο βελούδο προσκεφάλι, που απ’ το φως στραφτοκοπά
Μα το βιολετί βελούδο που απ’ το φως στραφτοκοπά
Δεν θα την αγγίξει πια!

14.
ΠΙΕΣ ΤΟ, Ω! ΠΙΕΣ ΤΟ

Τότε ο αέρας φτάνει μ’ άρωμα από λιβάνι
Κι άγγελοι αλαφροπατάνε, κουδουνίζουν θυμιατά.
«Άθλιε, –φώναξα– επιτέλους, σου ’στειλε ο Θεός μ’ αγγέλους
Νηπενθές, για να  ξεχάσεις της Λεονόρας τη θωριά
Πιες το, ω! Πιες το, να ξεχάσεις της Λεονόρας τη θωριά!»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

15.
ΣΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΜΟΥ ΜΑΥΡΟ ΣΠΙΤΙ


ΘΑ ΒΡΩ ΣΤΗ ΓΑΛΑΑΔ ΓΑΛΗΝΗ

«Α! προφήτη! –λέω– τελώνιο! Α! προφήτη, δαίμονα, όρνιο!
Κι αν ο Πειρασμός κι η μπόρα σε ξεβράσαν στη νυχτιά
Άτρομο μπροστά μου τώρα κι έρμο στην πιο έρμη χώρα
Στο φριχτό μου μαύρο σπίτι, σε ικετεύω, πες μου πια,
Θα ’βρω στη Γαλαάδ γαλήνη; Θα ’βρω; Πες μου, πες μου, πια!»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

16.
ΠΟΥ ΧΕΙ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

«Α! προφήτη! –λέω– τελώνιο! Α! προφήτη, δαίμονα, όρνιο!
Στο Θεό μας σ’ εξορκίζω, στα ουράνια τα πλατιά
Την ψυχή μου τη θλιμμένη, πες, στην Έδεμ την προσμένει
Μια Λεονόρα αγιασμένη που ’χει αγγέλους αγκαλιά–
Μία κόρη εξαγνισμένη, που ’χει αγγέλους αγκαλιά;»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

17.
ΟΡΝΙΟ Ή ΠΛΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

ΧΑΣΟΥ, ΠΑΡΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΣΟΥ

«Τούτη ας είναι η επωδή σου, όρνιο ή πλάσμα της αβύσσου,
Παρ’ τη –ουρλιάζω– μες στην μπόρα, στην Πλουτώνια τη Νυχτιά!
Φύγε, πάρε τα φτερά σου, τα χοντρά τα ψέματά σου!
Μην τρυπάς τη μοναξιά μου!  Απ’ το μπούστο χάσου, πια!
Μη ραμφίζεις την καρδιά μου, φύγε, εξαφανίσου, πια!»
Είπε το όρνιο «Ποτεπιά».

18.
Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Τ’ όρνιο πια δεν θα πετάξει, στέκει ακόμα κι έχει αράξει
Στ’ ωχρό μπούστο της Παλλάδας πάνω απ’ την εξώθυρα
Στη ματιά του αργοδιαβαίνει δαίμονα φωτιά αναμμένη
Και στο πάτωμα χυμένη η βαριά του σκιά
Κι η ψυχή μου βουτηγμένη στην πηχτή του τη σκιά
Δεν θα φύγει –Ποτέ πια!


(1η γραφή, 1969.
5η γραφή, 22-26 Σεπ. 2012)




Απαγγέλλει ο Βίνσεντ Πράις (1911-1993)

The Raven
[First published in 1845]

1.

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

2.
Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

3.
And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

4.
Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

5.
Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

6.
Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

7.
Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door
-Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door-
Perched, and sat, and nothing more.

8.
Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore-
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

9.
Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door-
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

10.
But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered-
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before-
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

11.
Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

12.
But the raven still beguiling all my sad fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

13.
This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

14.
Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

15.
`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

16.
`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

17.
`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

18.
And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;

And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!
 

Βλέπε και: 


1.
Σκυθρωποί οι ουρανοί βουρκωμένοι
Και τα φύλλα, στεγνά και ξερά–
Ρουφηγμένα τα φύλλα, ξερά.
Νύχτα του έρ’μου Οκτώβρη θλιμμένη
Μια αμνημόνευτη κρύα χρονιά
Η θολή λίμνη, πλάι μας, του Ώμπερ
Στου Γουήρ τη βαθιά καταχνιά–
Στη μουντή τη λιμνούλα του  Ώμπερ
Μες στα δάση του Γουήρ, στα στοιχειά.

2.
Σε Τιτάνια αλέα γυρνούσα
Με ψηλά κυπαρίσσια, Ψυχή μου–
Με παρέα μια ψυχή –ω, Ψυχή μου.
Στην καρδιά μου ηφαίστεια ξεσπούσαν
Σαν ποτάμια που σέρνουν σκουριά–
Την καυτή τους τη λάβα ξερνούσαν
Και θειάφι απ’ το Γιάνεκ σκορπούσαν
Σε ακτές μακρινές του Βοριά–
Απ’ τα ύψη του Γιάνεκ βογγούσαν
Προς τις χώρες του άγριου Βοριά.

3.
Κουβεντιάζαμε αργά, βουρκωμένοι
Μα οι σκέψεις μαραμένες χλωμές–
Οι αναμνήσεις προδότριες χλωμές–
Του Οκτώβρη ποια νύχτα θλιμμένη
Δεν ξέραμε, ούτε ποια ήταν χρονιά–
(Ω, ποια νύχτα, ποια τάχα χρονιά!)
Αδιόρατη, η λίμνη του Ώμπερ,
(Γνώριμή μας από άλλη φορά)–
Κι όλα αχνά στη λιμνούλα του Ώμπερ,
Ως κι οι λάμιες, του Γουήρ τα στοιχειά.

4.
Κι όπως σβήναν της νύχτας τα ίχνη
Και τ’ αστέρια μηνούσαν αυγή–
Και τ’ αστέρια αναγγέλναν αυγή–
Η αλέα στο τέρμα της δείχνει
Ένα φέγγος γλυκό που είχε βγει
Κι από κει θαυμαστή μια σελήνη
Ανατέλλει με δυο άκρες χρυσές–
Η λαμπρή της Αστάρτης σελήνη
Διαμαντένια με δυο άκρες χρυσές.

5.
«Πιο θερμή ειν’ απ’ την Άρτεμη, λέω,
Κολυμπάει σε αιθέρες λυγμών–
Χορεύει στις ακτές των  λυγμών:
Έχει δει που ασταμάτητα κλαίω
Κι οι παρειές μου φωλιές σκουληκιών
Απ’ του Λέοντα σταλμένη το αστέρι
Για να ανοίξουν για μας οι ουρανοί–
Της λήθης γαλήνιοι ουρανοί–
Ω, με πείσμα, απ’ του Λέοντα το αστέρι
Να μας στείλει ματιά φωτεινή–
Απ’ το κρυφό του Λέοντα λημέρι
Με μια αγάπης ματιά φωτεινή.

6.
Μα η Ψυχή μου το χέρι σηκώνει
Κι είπε, «Στο άστρο αυτό δυσπιστώ–
Στη  χλομάδα του μπρος δυσπιστώ–
Βιάσου τώρα η νύχτα τελειώνει!
Ας πετάξουμε, ω, πέτα, μακριά!».
Τρομαγμένη μιλά, και στη σκόνη
Τα μικρά της συρθήκαν φτερά–
Με εναγώνια λύπη, στη σκόνη.
Τα μικρά πλουμιστά της φτερά–
Λυπημένα συρθήκαν στη σκόνη.

7.
Κι είπα, «Όνειρο τάχα θα είδα.
Στο τρεμάμενο φως ας πιαστούμε!
Στο κρυστάλλινο φως ας λουστούμε!
Που σαν Σίβυλλας λάμπει αχτίδα
Λαμπερή στη νυχτιά μας ελπίδα:–
Δες, πώς φέγγει το φως της απόψε!
Ας πιαστούμε απ’ αυτή την αχτίδα,
Να μας δείξει ένα δρόμο απόψε–
Ας πιστέψουμε τώρα το φως της,
Θα μας βρει ένα δρόμο η αχτίδα,
Αφού στα ουράνια ανεβαίνει το φως της».

8.
Τη φιλώ κι η Ψυχή μου μονιάζει,
Και οι θλίψεις μακριά της κυλούν–
Και οι φόβοι μακριά της κυλούν
Κι η αλέα στο τέρμα μάς βγάζει,
Μα το δρόμο μας φράζει μια πλάκα–
Ενός τάφου με μια επιγραφή.
Διάβασε –είπα– γλυκιά μου αδερφή
Τι να γράφει σ’ ετούτη την πλάκα;»
Κι απαντά: «Ουλαλούμ, Ουλαλούμ
Το μνήμα της νεκρής σου Ουλαλούμ!»

9.
Κι η καρδιά μου βουτά στην αιθάλη
Μαραμένη σαν φύλλο στεγνό–
Ρουφηγμένη σαν φύλλο στεγνό,
Κι αναφώνησα– «Οκτώβρη ήταν πάλι
Περσινή μου σαν τώρα νυχτιά
Που ’χα έρθει ξανά ως εδώ–,
Φορτωμένος με φόβους εδώ–,
Η πιο μαύρη μου, απ’ όλες, νυχτιά,
Ω, ποιος δαίμονας μ’ έσυρε εδώ;
Πώς θυμάμαι τη λίμνη του Ώμπερ–
Του Γουήρ τη βαθιά καταχνιά–
Την μουντή τη λιμνούλα του  Ώμπερ–
Πώς θυμάμαι του Γουήρ τα στοιχειά!»

10.
Είπα εμείς, –ναι, οι δυο μας– Ω, θα ’ναι
Αυτό που έγινε δάσος, στοιχειά–
Σπλαχνικά κι άξια λύπης στοιχειά–
Που να κλείσουν το δρόμο μας πάνε
Προς ετούτη τη μαύρη ερημιά–
Σε ό,τι κρύβει αυτή η ερημιά–
Και κρεμούν το λαμπρό τους το φάσμα
Μπρος στην πύλη των μαύρων ψυχών–
Το λαμπρό αστραποβόλο τους φάσμα
Μπρος στην κόλαση μαύρων ψυχών.

Μπ. Ζαφειράτος
(1η γραφή, 1969. 4η γραφή, 26-30 Σεπ. 2012) 
_____________________________
Σημείωση (τελευταία στροφή 95-104): Η παράλειψη από τον Πόε, σε ορισμένες εκδόσεις, της τελευταίας στροφής, ήταν πρόταση της Σάρας Ουίτμαν. Δείτε τη λίστα Ingram, (αριθμοί 138 και 303). Το συναίσθημα είναι προφανώς άχαρο για μια αρραβωνιαστικιά. Η ίδια αργότερα αναγνώρισε το λάθος της. Και ο Πόε, επίσης. 

(ΣτΜ: Σάρα Έλεν Πάουερ Ουίτμαν, 19 Ιανουαρίου του 1803 - 27 Ιουνίου 1878, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, μεταφυσικός, πνευματίστρια και αρραβωνιαστικιά του Πόε).



  Ulalum - Η κλασική, πλέον, απαγγελία του τραγουδοποιού Jeff Buckley (1966-1997)



Ulalume - A Ballad
[1847-1849]

1
1.            The skies they were ashen and sober;
2.            The leaves they were crispéd and sere—
3.            The leaves they were withering and sere;
4.            It was night in the lonesome October
5.            Of my most immemorial year;
6.            It was hard by the dim lake of Auber,
7.            In the misty mid region of Weir—
8.            It was down by the dank tarn of Auber,
9.            In the ghoul-haunted woodland of Weir.

2
10.        Here once, through an alley Titanic,
11.        Of cypress, I roamed with my Soul—
12.        Of cypress, with Psyche, my Soul.
13.        These were days when my heart was volcanic
14.        As the scoriac rivers that roll—
15.        As the lavas that restlessly roll
16.        Their sulphurous currents down Yaanek
17.        In the ultimate climes of the pole—
18.        That groan as they roll down Mount Yaanek
19.        In the realms of the boreal pole.

3
20.        Our talk had been serious and sober,
21.        But our thoughts they were palsied and sere—
22.        Our memories were treacherous and sere—
23.        For we knew not the month was October,
24.        And we marked not the night of the year—
25.        (Ah, night of all nights in the year!)
26.        We noted not the dim lake of Auber—
27.        (Though once we had journeyed down here)—
28.        We remembered not the dank tarn of Auber,
29.        Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

4
30.        And now, as the night was senescent
31.        And star-dials pointed to morn—
32.        As the star-dials hinted of morn—
33.        At the end of our path a liquescent
34.        And nebulous lustre was born,
35.        Out of which a miraculous crescent
36.        Arose with a duplicate horn—
37.        Astarte's bediamonded crescent
38.        Distinct with its duplicate horn.

5
39.        And I said—"She is warmer than Dian:
40.        She rolls through an ether of sighs—
41.        She revels in a region of sighs:
42.        She has seen that the tears are not dry on
43.        These cheeks, where the worm never dies,
44.        And has come past the stars of the Lion
45.        To point us the path to the skies—
46.        To the Lethean peace of the skies—
47.        Come up, in despite of the Lion,
48.        To shine on us with her bright eyes—
49.        Come up through the lair of the Lion,
50.        With love in her luminous eyes."

6
51.        But Psyche, uplifting her finger,
52.        Said—"Sadly this star I mistrust—
53.        Her pallor I strangely mistrust:—
54.        Oh, hasten! oh, let us not linger!
55.        Oh, fly!—let us fly!—for we must."
56.        In terror she spoke, letting sink her
57.        Wings till they trailed in the dust—
58.        In agony sobbed, letting sink her
59.        Plumes till they trailed in the dust—
60.        Till they sorrowfully trailed in the dust.

7
61.        I replied—"This is nothing but dreaming:
62.        Let us on by this tremulous light!
63.        Let us bathe in this crystalline light!
64.        Its Sybilic splendor is beaming
65.        With Hope and in Beauty to-night:—
66.        See!—it flickers up the sky through the night!
67.        Ah, we safely may trust to its gleaming,
68.        And be sure it will lead us aright—
69.        We safely may trust to a gleaming
70.        That cannot but guide us aright,
71.        Since it flickers up to Heaven through the night."

8
72.        Thus I pacified Psyche and kissed her,
73.        And tempted her out of her gloom—
74.        And conquered her scruples and gloom:
75.        And we passed to the end of the vista,
76.        But were stopped by the door of a tomb—
77.        By the door of a legended tomb;
78.        And I said—"What is written, sweet sister,
79.        On the door of this legended tomb?"
80.        She replied—"Ulalume—Ulalume—
81.        'Tis the vault of thy lost Ulalume!"

9
82.        Then my heart it grew ashen and sober
83.        As the leaves that were crispèd and sere—
84.        As the leaves that were withering and sere,
85.        And I cried—"It was surely October
86.        On this very night of last year
87.        That I journeyed—I journeyed down here—
88.        That I brought a dread burden down here—
89.        On this night of all nights in the year,
90.        Oh, what demon has tempted me here?
91.        Well I know, now, this dim lake of Auber—
92.        This misty mid region of Weir—
93.        Well I know, now, this dank tarn of Auber—
94.        In the ghoul-haunted woodland of Weir."

10
95.        Said we, then—the two, then—"Ah, can it
96.        Have been that the woodlandish ghouls—
97.        The pitiful, the merciful ghouls—
98.        To bar up our way and to ban it
99.        From the secret that lies in these wolds—
100.    From the thing that lies hidden in these wolds—
101.    Had drawn up the spectre of a planet
102.    From the limbo of lunary souls—
103.    This sinfully scintillant planet
104.    From the Hell of the planetary souls?"
_____________________________
Note (last stanza 95-104): Poe’s omission of the last stanza in some versions was  at Mrs. Whitman’s suggestion. See the Ingram List, numbers 138 and 303. The sentiment is obviously ungraceful for a fiancé. But the lady later felt she had made a mistake, and Poe was to come to the same conclusion.

(Note of Translator: Sarah Helen Power Whitman, January 19, 1803 – June 27, 1878, was a poet, essayist, transcendentalist, Spiritualist and a romantic interest of Edgar Allan Poe).

Βλέπε και: 


[1η εκδοχή. Η ωραία, αλλά όχι (και τόσο) πιστή]


Στις μάχες δεινός
Ιππότης τρανός
Με λιοπύρι με σκιά και με μπόρα
Τραγούδι αρχινά
Kαι χρόνια γυρνά
Του Ελντοράντο ζητώντας τη χώρα.


Μα όμως γερνά
Ο ιππότης και να
Την καρδιά του τη σκιάζει η μπόρα,
Αφού δεν μπορεί
Σημάδι να βρει
Στου Ελντοράντο να μοιάζει τη χώρα.


Η ρώμη περνά
Κι αυτός μια σκιά
Οδοιπόρου ανταμώνει στην μπόρα
«Σκιά, –τον ρωτά–
Πού βρίσκεται πια
Η χρυσή του Ελντοράντο η χώρα;»


«Πέρα απ’ τα Βουνά
Του Φεγγαριού
Στην Κοιλάδα της Σκιάς, μες στη μπόρα
Κάλπασε γοργά,
–Η σκιά του απαντά–
Αν ζητάς του Ελντοράντο τη χώρα!»

Μπ. Ζαφειράτος
(1η γραφή, 1970. 3η γραφή, 29-30 Σεπ. 2012)


Ελντοράντο
[2η εκδοχή. Η (πιο) πιστή, αλλά όχι (και τόσο) ωραία]


Δεινός εν πρώτοις
Τρανός Ιππότης
Με λιοπύρι και μπόρα
Χρόνια γυρνά
Και τραγουδά
Του Ελντοράντο τη χώρα.


Μα ο ιππότης να
Τώρα γερνά
Και στην ψυχή του μπόρα
Αφού δεν δείχνει
Να βρίσκει ίχνη
Απ’ του Ελντοράντο τη χώρα.


Η ακμή περνά
Και βλέπει σκιά
Οδοιπόρου στην μπόρα
«Σκιά, –ρωτά–
Πού να ’ναι πια
Του Ελντοράντο η χώρα;».


«Πέρα απ’ τα Βουνά
Του Φεγγαριού
Σε Κοιλάδα με μπόρα
Τρέξε γοργά,
–Η σκιά απαντά–
Του Ελντοράντο αν θες τη χώρα!»


Μπ. Ζαφειράτος
(1η γραφή, 1969. 3η γραφή, 29-30 Σεπ. 2012)


Eldorado by Sopor Aeternus


Eldorado
[1849]


Gaily bedight,
A gallant knight,
In sunshine and in shadow,
Had journeyed long,
Singing a song,
In search of Eldorado.


But he grew old-
This knight so bold-
And o'er his heart a shadow
Fell as he found
No spot of ground
That looked like Eldorado.


And, as his strength
Failed him at length,
He met a pilgrim shadow-
"Shadow," said he,
"Where can it be-
This land of Eldorado?"


"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied-
"If you seek for Eldorado!"



Βλέπε και: 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.