Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!
Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος: Στο Υπερώον της ποίησης, ανέγγιχτος από την κόψη του θανάτου – 25 ποιήματα. Και ένα κριτικό σημείωμα της Μποτίλιας (Μπ. Ζ.)

Μονεμβασιά, Πρωτομαγιά 1909 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 10.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

Υ Π Ε Ρ Ω Ο Ν
(25  Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α)



Σ Υ Χ Ν Α


Στ’ αλήθεια
δεν είχα τίποτα να πω.
Έτσι
άφησα το παράθυρό μου
ολάνοιχτο.
Οι δυο κουρτίνες
έχουν αναλάβει τις κινήσεις
των ξενιτεμένων,
ενώ εγώ προσπαθώ
να φέξω τη νύχτα
μ’ ένα μοναδικό
πορτοκάλι. 

                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85



Μ Υ Σ Τ Ι Κ Η   Ι Δ Ι Ο Κ Τ Η Σ Ι Α

Ιδιοκτήτες της νύχτας –
άστεγα άστρα,
δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
το σφύριγμα του τραίνου
κάτω απ το πουκάμισό μας
κατάσαρκα.
Μοναχική ευτυχία,
κι ένα ποτήρι νερό
λάμποντας
μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.

                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Δ Ε Ι Λ Ι

Λιπόσαρκο δείλι. Ωστόσο
καλά χρωματισμένο.
Ωχρές και ρόδινες ανταύγειες
στις προσόψεις των σπιτιών.
Όταν θα φύγεις
μη μου πάρεις στη βαλίτσα σου
αυτά τα χρώματα τουλάχιστον.
Αλλιώς
πώς θα περιμένω;

                                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Μ Ι Α   Π Ο Ρ Τ Α

Τo ξυλουργείο,
τo σιδηρουργείο,
το παντοπωλείο,
οι γαλότσες του γεωργού
στο χαγιάτι,
χαμηλή συννεφιά,
σαπουνόνερα,
κι η απροσδόκητη
γαλάζια πόρτα πεσμένη
στα χαλάσματα
με το κλειδί της
στη θέση του.

                          Αθήνα, 3.ΙΙΙ.85


Ο   Α Υ Λ Η Τ Η Σ

Ξυλοκόποι –
σκοτωμένα δέντρα.
Κυνηγοί –
σκοτωμένα πουλιά.
Ο αυλητής φυσάει στο καλάμι
όλη του την ανάσα.
Και, να, το δάσος,
να, τα πουλιά.
Ένα πουλί καστανόχρυσο
κάθισε στο τραπέζι μου,
με κοιτάει,
δεν ξέρω τι να του πω.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Τ Ο   Υ Π Ε Ρ Ω Ο Ν

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Η
                                            στον Rene CHAR

Rene Char,
βέβαια, οι δυο μας κάπου θα ’χουμε συναντηθεί,
ίσως ανάμεσα στα φυλλώματα του ύπνου,
ίσως στη σιωπηλή παρέλαση των λέξεων
σε μακρινά δειλινά υπερευαίσθητα, όταν επάνω
σε μια καμπάνα, καταγής αντεστραμμένη,
γεμάτη βρόχινο νερό,
εκάθισαν τα 9 σταχτιά πουλιά πίνοντας στάλα στάλα
κι υψώνοντας σε κάθε τους γουλιά το ωραίο κεφάλι
λέγοντας ένα ευχαριστώ στον Μέγα Αόρατον.
Α, ναι, Rene,
σ’ αυτό το ανείπωτο  ε υ χ α ρ ι σ τ ώ  συναντηθήκαμε.

                                                                          Αθήνα, 6.ΙΙΙ.85


Μ Ο Ρ Φ Η   Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α Σ

Μεγάλο, υπόγειο, νυχτερινό γκαράζ.
Μπήκε κρυφά στο μισοσκόταδο ξυπόλητος,
πλάγιασε σ’ ένα φορτηγό κι αποκοιμήθηκε. Το πρωί
βγήκε, κρυφά και πάλι, μαύρος
απ’ τις μουντζούρες και τα λάδια. Στάθηκε
μπροστά σε μια βιτρίνα γυναικείων εσωρούχων. Είδε
το πρόσωπο του μαύρο, ξένο κι άγνωστο. Τώρα
μπορούσε, ελεύθερος πια, να μπει στην Πόλη.

                                                                          Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Δ Ι Α Ι Τ Η Σ Ι Α

Μιλούσε περήφανα, ωστόσο
κάτω απ’ τα λόγια του διακρινόταν
κάποιος τόνος απολογητικός
κι ονειροπόλος ταυτόχρονα. Στο σκάκι
συχνά ξεχνιόταν. Έχανε τα πιόνια του,
τον Πύργο, τ’ Άλογά του, τη βασίλισσα. Κι αυτός
έμενε μόνος να χαμογελάει ακόμη
πάνω απ’ τ’ άσπρα και μαύρα τετράγωνα. Έξω
το γήπεδο του ποδοσφαίρου, οι φίλαθλοι
και των δύο παρατάξεων, κραυγάζοντας
γροθοκοπούσαν τον Διαιτητή. Διαιτητής
ήμουν εγώ. Κι έτσι,
με ματωμένο στόμα, γνώρισα (και το ’πα)
πως είχα απόλυτο δίκιο.

                                                                Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85 


Υ Γ Ρ Α Σ Ι Α

Βροχερό προάστιο σιωπηλό. Νύχτα.
Στη λάσπη τα ίχνη απ’ τα βήματα του τροχονόμου.
Η βροχή κάνει τη σιωπή εντονότερη στα δημόσια ουρητήρια.
Κλειστά τα παρκινγκ. Που θα σταθμεύσουμε απόψε;
Ξενοδοχείο λαϊκό, διανυκτερεύον. Καθώς ανεβαίνουμε τη σκάλα
πατάμε σε κουκιά του καφέ. Ό νεαρός υπάλληλος, εντούτοις,
ακούμπησε στο κομοδίνο ένα παλιό κηροπήγιο
σε σχήμα κηρύκειου. Αυτό
μας έδωσε την άδεια για τον ύπνο και τον ξύπνο, παρ’ ότι
έξω η βροχή είχε πολύ δυναμώσει.

                                                                                                  Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Γ Υ Μ Ν Ω Σ Η

Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι
του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;

                               Αθήνα, 9.ΙΙΙ.85 


Ε Ν Α   Β Ρ Α Δ Υ

Απ’ τη στοά περνούσαν αδιάκοπα στρατιώτες.
Πολλά τα βήματα· ενδεχόμενα πολλά. Στο μπαλκόνι
δυο άδειες καρέκλες κι ένα φεγγάρι.
Ακούω τα κρυφά σπιθίσματα, τις σιωπηλές φωνές. Κάτω
απ’ το κρεβάτι τα παπούτσια σου. Μες στον καθρέφτη
το σώμα σου γυμνό. Τα υπόλοιπα
έμειναν τόσο μακρινά, τόσο λησμονημένα
πού ένα πουλί ξαγρυπνισμένο μπορούσε να ’ρθει.

                                                                                Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85


Ε Ρ Ω Τ Ι Σ Μ Ο Σ

Πολλά νερά, πολλά κορίτσια, πολλά φύλλα. Τα τζιτζίκια
φωνάζουν φλεγόμενα. Λάμπουν τα νερά. Γυμνά τ’ αγόρια –
το ’να τους πόδι στο νερό, τ’ άλλο στην πέτρα,
το χνουδωτό αγεράκι περνάει κάτω απ’ τα σκέλια τους. Οι αγωγιάτες
σταματούν και κοιτάζουν. Αφήνουν τα μουλάρια φορτωμένα ξυλεία
να προχωρούν μονάχα τους. Ξεχνάνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους,
ξεχνάνε τα τσεκούρια τους. Θέλουν να φτιάξουν χωρίστρα τα μαλλιά τους.
Ώσπου να βγει το φεγγαράκι έχουν καιρό να μετανιώσουν.

                                                                                                          Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85


Η   Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α

Ωραία γυναίκα,
φέρνει τ’ αριστερό της χέρι
πίσω στον αυχένα,
υψώνει τα μαλλιά της στο φεγγάρι.
Τα μαλλιά της μου αγγίξανε τα γόνατα.
Είμαι.

                                          Αθήνα, 11.ΙΙΙ.85


Τ Ο   Φ Α Ν Α Ρ Ι

Νυχτερινά νησιά στη διαφάνεια,
μακρινά φώτα καραβιών.
(Σε ποιο πλευρό τους τάχα να κοιμούνται
τα δελφίνια;)
Ο φαροφύλακας
κατέβηκε τη μέσα σκάλα,
στάθηκε στην πόρτα·
είδα τη φιλική του χειραψία
με τον Ξένο,
είδα που αλλάξαν τα κλειδιά του
 κι έφυγαν αντίθετα.
Εμένα μ’ άφησαν απ’ έξω
να ψάχνω μονάχος τα βράχια
με το σπασμένο πλευρικό φανάρι
ενός παροπλισμένου πλοίου.

                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


M E T Α Π Λ Α Σ Ε Ι Σ

Πολλά είναι δύσκολα,
πιο δύσκολα ακόμα –
οι μπόγοι των προσφύγων στο πεζοδρόμιο,
το κλειστό χαρτοπωλείο,
τα δεκανίκια του περιπτεριούχου,
ένα θαλασσοπούλι, ένα άστρο, ένα κατάρτι.
Πολλά δυστροπούν στη ματιά σου,
πολλά δυσπιστούν στην αφή σου.
Και πρέπει πάλι ν’ αγρυπνήσεις
ως τη συγκινημένη εκείνη απάθεια, ώσπου, τέλος,
τίποτα πια δε θα διαφωνεί μαζί σου. Ανέβα,
έχει μια θέση στο λεωφορείο. Βρέχει.

                                                                  Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Π Ρ Ο Θ Ε Σ Η   Λ Η Θ Η Σ

Περπατάει στη λεωφόρο
κοιτάει τις βιτρίνες –
πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια,
ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια.
Ανάμεσά τους,
πίσω απ’ τις βιτρίνες,
δεύτερο θέαμα του μέσα χώρου
αφηρημένο –
αόριστες σκηνές στο ημίφως,
αγοραστές, πωλητές, διαπραγματεύσεις.
Δε θέλω να θυμάμαι τους νεκρούς –είπε,–
θα μπω ν’ αγοράσω
εκείνο το ουρανί πουκάμισο
με τα μικρά, στιλπνά, φιλημένα κουμπιά του.

                                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Α Π’   Τ Α   Μ Ε Τ Ο Π Ι Σ Θ Ε Ν

Ωραίοι καβαλάρηδες
πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
ο πιο ωραίος μ’ ένα μαύρο,
ο ακόμη πιο ωραίος μ’ ένα λευκό.
Κορίτσια στα μπαλκόνια
τους πέταξαν λουλούδια.
Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
Οι οπλές των άλογων δοξάσαν τον ανήφορο.
Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
έπλασε έναν Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.

                                                          Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85


Α Ν Α Δ Ρ Ο Μ Η

Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι –
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τούς κουμπώσω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Τ Α Μ Ι Ε Υ Σ Η

Παράξενος άνθρωπος· μαζεύει
σκουριασμένα καρφιά,
καμένους γλόμπους,
άδειες κουβαρίστρες.
Ίσως αυτή ή αχρηστία
του δίνει κάποια χρησιμότητα
γιατί
όταν ανοίγει το παράθυρο
το πρώτο σύννεφο είναι φίλος του,
το δεύτερο συνάδελφός του,
το τρίτο αστέρι είναι μολύβι του
να γράφει και να σβήνει
τα μυστικά του κόσμου.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Ο Ι   Ε Μ Π Ρ Η Σ Τ Ε Σ   Κ Ι   Ε Σ Υ

Πέρασαν το γεφύρι σκιώδεις
μέσα στο φεγγαρόφωτο.
Τέσσερις ήταν.
Κάτι κρατούσαν στα χέρια τους. Σε λίγο
λαμπάδιασε το δάσος.
Εσύ καμιά σχέση δεν είχες
με τούς εμπρηστές.
Μονάχα πού δεν τούς μαρτύρησες.
Άλλωστε, πώς; Αφού μες στο σκοτάδι
δεν είχαν καν διακρίνει
ούτε το πρόσωπο σου.

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Β Ρ Ο Χ Ο
       
Σταμάτησε ή βροχή.
Και τι να κάνεις πια
μ’ αυτές τις λίγες στάλες
που μείναν στο αδιάβροχο;
Άχρηστη καρτερία:
να βρίσκεις δικαιολογητικά
και ξένα επιχειρήματα
μπροστά στη νύχτα.
Αν χτυπήσεις τα πλήκτρα
με το βρεγμένο χέρι σου
θα βγουν οι λέξεις μουσκεμένες,
κι υστέρα; – τίποτα;

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Κ Ρ Ι Σ Η

Καιρός ναυτίας, –έλεγε–
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ’ έναν τεράστιον ουρανό,
απόρθητον από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω –είπε–
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιόν να το χαρίσω,
δεν ξέρω πού να το καρφώσω.
Τ’ άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.

                                                          Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Η   Ν Υ Χ Τ Α

Τα καταστήματα κλεισμένα. Πίσω
απ’ τα διχτυωτά σπιθοβολούν βιτρίνες
κοσμηματοπωλείων. Οι τροχονόμοι κουρασμένοι.
Ένα σκυλί χαμένο. Κι άλλο. Πάνδημη
αναμονή. Πόσο ανήλικα δείχνουν τα πάντα
μες στη μεγάλη νύχτα της πόλης. Τσιγάρα και τσιγάρα
λάμπουν κρυφά στις παρόδους. Ερωτήσεις
λαχανιασμένες πάνω απ’ τα ρολόγια των χεριών. Σβησμένα
συνθήματα στους τοίχους. Αργότερα,
ίσως αναμετρήσουμε, άκρη άκρη στο κρεβάτι,
με διπλή τύψη και μετάνοια, τη σημασία
της άρνησής μας, ή της αποδοχής μας.

                                                                                     Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85


Μ Ε Τ Α Σ Τ Ρ Ο Φ Η

Άντρες δασύτριχοι, ορεσίβιοι, σκυθρωποί,
με την οργή τού ανεξήγητου στα μάτια,
ανάβουν τις νύχτες φωτιές. Δε μιλάνε. Μήτε
να θυμηθούνε μήτε να ξεχάσουν. Τα μήλα
κυλάνε κάτω στο ποτάμι. Κουκουβάγιες
κάτι δικό τους φωνάζουν. Αλεπούδες και λύκοι
σηκώνουν το νωπό τους ρύγχος κι οσμίζονται
τη μακρινή κηδεμονία, ενώ απ’ τη χαράδρα
ανεβαίνει το βέλασμα χαμένου προβάτου.
Εμείς το νιώσαμε έγκαιρα και στρέψαμε
αλλού το βήμα μας, το βλέμμα και τις λέξεις. 

                                                              Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

Στο «θρόνο» του, στο Καρλόβασι της Σάμου

Ανέγγιχτος από την κόψη του θανάτου
  
(Από 10/5/2014, το άρθρο περιλαμβάνεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Γιάννη Ρίτσου, εδώ)

Μάης 2014. Καιροί δίσεκτοι, θαμμένοι στην τέφρα. Κι ένας άλλος Επιτάφιος Μάης, κοντά στη γενέθλια ημερομηνία ενός 27χρονου τότε ποιητή που θα σηματοδοτήσει τον Ποιητή μας, δυστυχώς ξανακούγεται επίκαιρος.
Μπορεί να ηχεί υπερβολικό. Ας το ξανασκεφτούμε:
Χιλιάδες άνθρωποι στον τόπο μας (αλλά και σε άλλους τόπους του προηγμένου Δυτικού πολιτισμένου κόσμου) ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, και στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν ποδοπατιούνται στις Λαϊκές Αγορές, όπου μοιράζεται το πρωτογενές πλεόνασμα της καπιταλιστικής μας ευμάρειας.

Ενώ, όσοι είναι τυχεροί και εργάζονται στα σύγχρονα δουλεμπορικά της ΦΑΓΕ, των CARREFOUR και των ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΕΙΩΝ με τα ευέλικτα τετράωρα, όταν «ζητάνε την πλερωμή τους απ' άδικους ανθρώπους», εισπράττουν απολύσεις και «χυμάνε πάνω τους τα μουλωχτά κοράκια» (ενδεικτικά μόνο). 
Ωστόσο, πρόθεσή μας δεν είναι να πούμε δυο επιπλέον λόγια για την Εργατική Πρωτομαγιά και τους λαϊκούς αγώνες. 
Τόσο με τη δημοσίευση των 25 ποιημάτων από το Υπερώον (Κέδρος, 2013), σήμερα και των 10 στην προηγούμενη δημοσίευση της Μποτίλιας, με αφορμή την έκδοση της συλλογής, στις 11 Νοεμβρίου 2013, επέτειο θανάτου του Γιάννη Ρίτσου, όσο και με το παρόν σημείωμα, επιθυμούμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στον ποιητή που μας συντρόφεψε από τα νιάτα μας ακόμα.
Τον άνθρωπο που μας μίλησε, μας παρηγόρησε, μας κράτησε ξάγρυπνους, μας έκανε να ερωτευτούμε, να διαδηλώσουμε, να σκεφτούμε και να πορευτούμε. Με δυο λόγια να νιώσουμε άνθρωποι και να «τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Αυτόν κυρίως, που με το αδιάκοπο σφυροκόπημα της ποίησής του λειάναμε το μοναδικό όπλο με το οποίο μπορέσαμε και μπορούμε να αμυνόμαστε στην κοινωνική αδικία, όρθιοι και αποφασισμένοι: Το όπλο της ταξικής μας συνείδησης.
Αφορμή, επίσης, στάθηκε και η άποψη η οποία υποστηρίζει ότι ο Ρίτσος έχει (προ πολλού) μαζέψει τα συμπράκαλά του και «του δίνει», κάθεται στο Υπερώον του και παρατηρεί μόνο τον εαυτό του, αποχωρεί απ' τα κοινά (Βλέπε Γιατρομανωλάκης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/11/2013), καθώς και δυο ακόμα σημειώματα (8/12/2013 και 15/12/2013) του Μαρωνίτη, στην ίδια εφημερίδα, για το «πολύτιμο λίγο» και το «αγοραίο πολύ» στην ποίηση του Ρίτσου.
'Η η άλλη, πιο ξεκάθαρη άποψη, πως η «αρραγής  ιδεολογική του ταυτότητα» στέκει εμπόδιο στην ποίησή του. Και  πως «όσο ο όγκος του δημοσιευμένου έργου του ποιητή αυξάνεται τόσο μοιάζει να μειώνεται η αγκίστρωσή του από την πολιτική επικαιρότητα και από τον κομματικό εναγκαλισμό» (Χ. Γιαννακόπουλος, Εφημερίδα των Συντακτών, 19/10/2013). 
Εις πείσμα, όμως, Ο Ρίτσος της Ρωμιοσύνης είναι εδώ. Παρών.
Στέκει δίπλα μας. Περισσότερο υπαινικτικός, προσωπικός, ναι.  Ποτέ όμως απρόσωπος, κλεισμένος στον εαυτό του ή κρυμμένος στο παλτό του, όπως πολλοί ίσως τον θέλουν και τον ήθελαν.
Σε στάση αναμονής, οπωσδήποτε, αλλά ποτέ –με την έννοια της αποχής– αποστασιοποιημένος από τα κοινά και από την εποχή του που κυοφορεί τέρατα. 
Παρών στις Αγορές του κόσμου, με ξεκάθαρη την ιδεολογική - μαρξιστική - κομματική του ταυτότητα. Προσηλωμένος στο μεγάλο κομμουνιστικό όραμα. Να εμπνέεται από αυτό και να εμπνέει. Σε στάση εγρήγορσης πάντα. 
Ένα Σημείωμα του Ποιητή στο τέλος της συλλογής μάς πληροφορεί:
«Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985».
Η Έρη Ρίτσου, με το δικό της Σημείωμα στην έκδοση, επισημαίνει (οι υπογραμμίσεις δικές μας):
«Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα [...]».
Υπερώον, Μεταπλάσεις: 37ο ποίημα, σελ. 45 της έκδοσης
Μέσα μόνο στους δυο μήνες κατά τους οποίους γράφονται τα ποιήματα (Α' και Β' γραφή): Παπανδρέου και ροζ ψηφοδέλτια του Σαρτζετάκη, Κουτσογιωργισμός στο αποκορύφωμά του, "Αντικρατική πάλη", εκτέλεση Θεοφανόπουλου, το ΠΑΣΟΚ έχει αντικαταστήσει επάξια τη ΝΔ, λιμός στην Αιθιοπία, δεκάδες χιλιάδες νεκροί και πρόσφυγες...

       Πολλά είναι δύσκολα, πιο δύσκολα ακόμα  
       κι οι μπόγοι των προσφύγων στο πεζοδρόμιο. 
       (ΜΕΤΑΠΛΑΣΕΙΣ, 12/3)
κι αμέσως μετά:
       το κλειστό χαρτοπωλείο, 
       τα δεκανίκια του περιπτεριούχου, [...]

Εποχές, όπου:
ο άνεμος μονολογεί στις έρημες στοές,
γδέρνει με τα γαμψά του νύχια δυσανάγνωστα οικόσημα.
(ΜΕΤΑΤΡΟΠΙΑ, 17/3)
Κι ίσως χρειαστεί, όπως το υποδηλώνει ο μουσικός τίτλος (Μετατροπία: "μεταβολή του τόνου κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού", αυτός ο και εξαίρετος πιανίστας, να αλλάξει τόνο στο τραγούδι του. 
Εποχές σε κρίση λοιπόν, όπως τιτλοφορείται το ποίημά του στις 18/3, και μένει αμήχανος με ένα χρυσό μαχαίρι στα χέρια του:

ΚΡΙΣΗ
 

Καιρός ναυτίας  –έλεγε–
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ’ έναν τεράστιον ουρανό,
απόρθητον από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω –είπε–
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιόν να το χαρίσω,
δεν ξέρω πού να το καρφώσω.[...]
Υπερώον, Κρίση: 56ο ποίημα, σελ. 64 της έκδοσης 
(Από την επίσημη Ιστοσελίδα του Ποιητή)
Και την επόμενη, 19/3, θα σηκώσει τα πέτα του παλτού του, στο ποίημα:

ΤΟ ΜΗ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ

Καθάριο λεξιλόγιο χρωμάτων και σχημάτων −
τετράγωνα σπίτια, παράθυρα, πόρτες.
Και το ασανσέρ επίμηκες, τετράγωνο. Μπαίνεις μέσα,
κοιτιέσαι στον καθρέφτη, ωχρός, απορημένος,
τετράγωνος και ο καθρέφτης. Εσύ όχι. Ωστόσο,
όλοι μας (και καθένας χωριστά) περιμένουμε
να πέσει τουλάχιστον η νύχτα στις λεωφόρους
για να κρυφτούμε όπως όπως με σηκωμένα τα πέτα του παλτού μας.
Όχι για να «κρυφτεί», αφού το ηθικό του χρέος και η στάση ζωής δεν του το επιτρέπουν όλα τετράγωνα [...] Εσύ όχι μα να επισημάνει τις ενοχές όσων βολεύονται στην ταχτοποιημένη τετράγωνη ζωή τους και σωπαίνουν.
Γιατί, όπως ο ίδιος υποστηρίζει στην πρώτη του συνέντευξη, στο περιοδικό του Δημήτρη Φωτιάδη Ελεύθερα Γράμματα,
«...είναι δύσκολο και ακριβό και μεγάλο, να κρατάς ως την άκρη την ανθρώπινη ευθύνη σου, μέσα στο αδιάψευστο φως, όταν χιλιάδες μάτια σε βλέπουν και χιλιάδες αυτιά σ' ακούν».
Υπερώον, Απογύμνωση: 24ο ποίημα, σελ. 32 της έκδοσης
Δέκα μέρες νωρίτερα από το Μη Τετράγωνο, στις 9/3, στο «ημερολόγιό του», στη σελίδα υπό τον τίτλο Απογύμνωση, παρατηρεί τριγύρω του τη φθορά και την κατάρρευση, μες στους καπνούς:
        Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
        καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Κι αναρωτιέται:
        Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;
Βέβαια η αστική κοσμοπολίτικη αντίληψη περί τέχνης –αυτή που περιφρονώντας τον λαό μιλάει απαξιωτικά για «μάζες» ήθελε πάντα άχρωμο τον Ρίτσο, απαλλαγμένον από τις ταξικές-εργατικές αναφορές του.
Τον χλεύασε. Για τα λαϊκά καπνισμένα τσουκάλια του και για τα φρέσκα φασολάκια της μάνας μας. Για τα παιδιά της ΚΝΕ και για τα Συντροφικά του Τραγούδια.
Κρατάει από πολύ παλιά η επι-κριτική στάση για το έργο του.
Από το Τρακτέρ, 1934 –χρονιά κατά την οποία ξεκινά και τη συνεργασία του στον Ριζοσπάστη και γίνεται μέλος του ΚΚΕ– η καθεστωτική κριτική τον χτύπησε ανελέητα.
Σε μια ακαταπόνητη προσπάθεια επιδιώκει να τον αποψιλώσει από το ιδεολογικό του περιεχόμενο, να τον κατατάξει στους ετερόφωτους, στους δρώντες κατ' εντολή του... σκοτεινού και αιμοσταγούς κομμουνισμού
Βιάζεται να «ξοφλήσει» με αυτόν τον ενοχλητικό ποιητή, τον «κράχτη μιας ξοφλημένης ιδεολογίας». [Βλέπε και Μαρωνίτης, Το ΒΗΜΑ, 8 και 15/12/2013. Άραγε ο Μαρωνίτης αποδέχεται τον όρο ξοφλημένη ιδεολογία; Συμφωνεί, δηλαδή, στο ότι ο Ρίτσος ήταν κράχτης, και διαφωνεί, μιας κι αυτός ο κράχτης δεν λειτούργησε «εις βάρος της γνήσιας ποίησης»; Και καλά, ο Ρίτσος δεν θυσίασε «το λιτοδίαιτο και πολύτιμο λίγο στο λαίμαργο και αγοραίο πολύ». Αλλά τι είναι το «λαίμαργο»; Και ποιο το «αγοραίο»; Τι σημαίνει τέλος γνήσια ποίηση;]
Και τι άλλο, λοιπόν, θα έκαναν, άκουγοντας τον Ρίτσο, στο ποίημά του «Γερμανία», να εκφράζει για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ μια άποψη διαφορετική από αυτήν της κυρίαρχης ιδεολογίας;

Ω, εσείς, αντρείοι της μάστιγος κ’ ήρωες των σφαγών
που ανθρώπινο αίμα πίνετε σ’ επίχρυσα κρανία,
η πυρκαϊά του Ράιχσταγ σα φλόγινη σιαγών
τη σάρκα σας θα ροκανά στων χρόνων τη μανία.
[…]
Ω, Γερμανία, δεν πέθανες˙ τη δύναμή σου εμείς
μες στη ματιά του Ντημητρώφ είδαμε σαν καθρέφτη
και στη φωνή του ακούσαμε το βήμα της ορμής
που με το δείπνο των δακρύων δυνάμωσε κ’ εθρέφτη.
Πώς είναι δυνατόν ένας μοντέρνος να γράφει τέτοιους στίχους, εξυμνώντας τον κομμουνιστή Δημητρώφ; Πώς είναι δυνατόν να αφιερώνει ποίημα ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ και να γράφει: «τώρα φρουρό σε βάλανε μπρος στων πλουσίων τη μπάγκα»; Κι ακόμα, ποιος είναι αυτός ο νέος που δυο του ποιήματα τιτλοφρούνται ΣΤΟ ΜΑΡΞ και ΕΣΣΔ; Το μοντέρνο της γενιάς του 30 είχε άλλο περιεχόμενο.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 1936, όταν ο Ρίτσος υπογράφει τρία ποιήματα και τα δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα, με το ψευδώνυμο Κώστας Ελευθερίου, θα εξασφαλίσει μια θερμή υποδοχή από τον διευθυντή του περιοδικού, τον περίφημο Αντρέα Καραντώνη –ανέβασε και κατέβασε ποιητές–, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει εκφραστεί ιδιαιτέρως αρνητικά χλευαστικά είναι το σωστόγια τα ποιήματά του(!):
«Προξενεί αληθινή θλίψη το θέαμα ενός νέου που ενώ δείχνει αναμφισβήτητη ποιητική διάθεση και λυρική φαντασία, καταφέρνει μολαταύτα να πραγματοποιεί τα αντίθετα των όσων επιδιώκει με την τέχνη του, μόνο και μόνο γιατί ακολουθεί τυφλά και μακάρια την ολέθρια αισθητική που ξεπήδησε από το έργο του Καρυωτάκη και των λησμονημένων, σήμερα, οπαδών του. Έτσι, ενώ ο κ. Ρίτσος έχει αισθανθεί αληθινά όσα τραγουδεί, δίνει την εντύπωση του απόλυτα και φοβερά επιτηδευμένου, του τεχνητού και του ακαλαίσθητου, ψευτίζοντας τον πόνο του, παραφουσκώνοντας με ξένες ουσίες την αλήθεια της ψυχής του, κάνοντας αντιλυρικό το στίχο του, αυτοχτονώντας ποιητικά, ενώ ο Καρυωτάκης πεθαίνοντας φρόντισε τουλάχιστο για την καλή φήμη της ποίησής του. […]

Μπορεί ο κ. Ρίτσος να υποφέρει αληθινά, μπορεί να κατατρύχεται διαδοχικά από ποιητική αλαζονεία κι από διάθεση αυτοσαρκασμού, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε πως οι στίχοι αυτοί –όμοιοι σχεδόν είναι και οι άλλοι– διακωμωδούνε με τον χειρότερο τρόπο και τη σοβαρότητα των αισθημάτων του και την ιδέα του ποιητή. Τι κρίμα να σπουδάζει ο κ. Ρίτσος στα φιλολογικά παρασκήνια της Αθήνας που είναι αξεχώριστα από τα παρασκήνια των θεατρικών επιθεωρήσεων…
[Ανδρέας Καραντώνης, «Γιάννη Ρίτσου: "Τρακτέρ"», Τα Νέα Γράμματα, 7-8 (Ιούλιος-Αύγουστος 1935), 439-441]. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας).
Ποια τα φιλολογικά παρασκήνια της Αθήνας, είναι μάλλον προφανές.
«Το 1935 ο κύριος εκφραστής της πολιτικής ιδεολογίας των Νέων Γραμμάτων Γιώργος Θεοτοκάς έπλεκε το εγκώμιο του Βενιζέλου [...] Και λίγο αργότερα, και στα πρόθυρα της 4ης Αυγούστου «Ιανουάριο του 1936 ο Θεοτοκάς [...] εκφράζει το φιλελεύθερο ουμανισμό του και καταδικάζει -λιγότερο αυστηρά είναι η αλήθεια απ' ό,τι ο ίδιος δοκιμιογράφος έκανε παλαιότερα- τον κομμουνισμό, [...Κι ας] κρούει με έμφαση τον κώδωνα του κινδύνου του φασισμού».
Και τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα για να αποδεχτούν τον Ρίτσο με αυτή την τεράστια κομμουνιστική δύναμη, την οποία αντλεί από τον λαό και του τη μεταδίδει στο πολλαπλάσιο;
Πάντα ο μπολσεβικισμός ήταν ο κίνδυνος. Ανέκαθεν ο κομμουνισμός ήταν ο μεγάλος εχθρός του κεφαλαίου.
Στους αντί-ΚΚΕ (παρα)φιλολογικούς κύκλους αναπαράγεται ο μύθος ότι ο Ρίτσος κατέφυγε στο Κόμμα, προκειμένου να γλυτώσει από τον Καραντώνη (!!!) –τον σε αδιατάρακτη συνεργασία με τη Μεταξική δικτατορία και κατοπινό συνομιλητή της χούντας (κρατούσε τη στήλη κριτικής στη Ραδιοτηλεόραση της αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ).

Να γλυτώσει, λοιπόν. Για να παραθερίσει αργότερα στους Αηστράτηδες και τα Μακρονήσια!
Οι περγαμηνές του Ποιητή
Ντοκουμέντο: Η ταυτότητα του Γιάννη Ρίτσου, από την εξορία στα ξερονήσια…
Β' Τάγμα Σκαπανέων (αργότερα ονομάσθηκε Β' Ειδικό Τάγμα Οπλιτών - ΒΕΤΟ). Από το θέρος του 1949 περιλάμβανε και το στρατόπεδο αναμόρφωσης πολιτικών εξόριστων που ονομαζόταν «Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών» (ΕΣΑI).

Και αναπαράγονται αυτές οι αθλιότητες, ακόμα και όταν όλοι γνωρίζουν πλέον, ότι η σχέση του Ρίτσου με τη σωτήρια μαρξιστική ιδεολογία ξεκινάει από τα 18 του ακόμα, στο σανατόριο Σωτηρία, όπου νοσηλευόμενος, 1927-1930, θα γνωριστεί με μέλη του ΚΚΕ. Το 1927 «Πιθανόν να βλέπει για πρώτη φορά τον Θανάση Κλάρα, τον μετέπειτα Άρη Βελουχιώτη, όταν ο τελευταίος παραβρίσκεται στο νοσοκομείο, ως συντάκτης του Ριζοσπάστη, προκειμένου να πάρει συνέντευξη από ασθενείς [Βελουδής, Αντί, 1975]» (το 1945 ο ποιητής θα του γράψει το ΥΣΤΕΡΟΦΡΑΦΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ), ενώ το 1931
«Ο Ρ. διευθύνει το καλλιτεχνικό τμήμα της "Εργατικής Λέσχης" της Αριστεράς. Συνδέεται με το μορφωτικό σύλλογο της Αριστεράς «Πρωτοπόροι», συνεργάζεται στο ομώνυμο περιοδικό και αργότερα στους Νέους Πρωτοπόρους (μετονομασία του ίδιου περιοδικού)».
Από τότε, η πορεία του είναι δεμένη άρρηκτα με την πορεία του κόμματός του.
Χειρόγραφο του Κ. Παλαμά με το τετράστιχο που αφιερώνει στον Γ. Ρ. το 1937.
Το 1938
 «Το Μάρτιο ο Γ. Ρ. ολοκληρώνει τη σύνθεση Η αποθέωση του δρόμου, που αφιερώνει στον Παλαμά. Το ποίημα δεν εκδίδεται ποτέ, ωστόσο αποστέλλεται στον Παλαμά, ο οποίος το έχει σίγουρα υπόψη του, όταν στις 26 Ιουνίου σε σχόλιό του για τον Γ. Ρ. αναφέρεται και στους ποιητικούς ήρωες αυτού του έργου, Σωκράτη και Αλκιβιάδη:
Γνώρισα τις Πυραμίδες του, το Μνημόσυνο της αδερφούλας του, την Εαρινή Συμφωνία του, το Σωκράτη και τον Αλκιβιάδη, θαύμασα και κήρυξα την πρωτοφανή του δεξιοσύνη, ακούραστο στο στίχο και τη μεγαλωσύνη του στην ποίηση.
Κ. Παλαμάς, Ελεύθερον Βήμα, 26 Ιουνίου 1938»
«Ο Ρίτσος είναι πολύ μεγάλος για να αποσιωπηθεί από την άρχουσα τάξη, άρα η μόνη λύση είναι να αποπολιτικοποιηθεί, να "αποστρατευτεί"», έγραψε η Ελένη Μηλιαρονικολάκη στις 8/11/2013.
Κι όχι μόνο να αποστρατευτεί, μα να γίνει η φωνή (τι αθλιότης!), ώστε να χτυπηθεί το ΚΚΕ, «μεγάλο εμπόδιο και τροχοπέδη για τον Ρίτσο, του ασκούσε πίεση, τον οδηγούσε να αυτολογοκρίνεται... τον έσερνε στα στάδια, τον χρησιμοποιούσε σαν περσόνα. Ε, τι να το ξαναλέμε τώρα; Κι άλλωστε, οι ποιητές δεν είναι για τα κόμματα» (και εννοούν μονάχα το εξής ένα!). Ο καθένας πρέπει να κοιτάει και να κάνει τη δουλίτσα του. Και «Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα». Να κάνουν γνήσια ποίηση.
Αυτή ήταν τότε η άρχουσα τάξη. Αυτή είναι και σήμερα. Με τη διαρκή προσπάθειά της να πείσει την κοινωνία πως οφείλει να προχωράει με τα ηνία πεφωτισμένων ελίτ, και ότι η «σύγκρουση της εργατιάς μ' αρχόντους» –ο μόνος δρομος τελικά από τον οποίο είναι δυνατόν να πορευτεί προς τη χειραφέτηση και την ελευθερία της– συνιστά βαθιά αντικοινωνική συμπεριφορά. 
Το Υπερώον, γράφει η Έρη Ρίτσου (ό.π.) είναι:
«Μία απ' τις πολλές [συλλογές], σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του» [αφού] «ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. [...] Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα «αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόνταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία. [...] Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους. [...] Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι».
66 ποιήματα όλα κι όλα, μικρά, λιτά, ημερολογιακού χαρακτήρα, (όπως περίπου κι οι ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ του, 1963 και 1966) γραμμένα μέσα σε ένα μήνα, αντλούν απ' το «τίποτα» και γεμίζουν τις στέρνες μας, μη μείνουμε αδειανοί και διψασμένοι.
«Η ματιά του, ματιά ζωγράφου, στεκόταν σε πράγματα που οι υπόλοιποι ίσως δεν δίναμε σημασία. Φυσικά αγαπούσε τα χρώματα, τα λουλούδια, τις πεταλούδες, τα ηλιοβασιλέματα. Αγαπούσε πολύ όχι μόνο τους ανθρώπους, τους κοντινούς του, τους φίλους, τους δικούς του, τους συναγωνιστές του, τους ανθρώπους της δουλειάς, του μόχθου, αλλά και τα ζώα, ιδιαίτερα τις γάτες», μας πληροφορεί ξανά η κόρη του σε μια πρόσφατη συνέντευξή της.
Ναι, πρέπει να προσέξουμε αρκετά στο μισοσκόταδο του Υπερώου του με τους 4 καθρέφτες, τα 7 φεγγάρια, τα 9 ζεύγη παπουτσιών γεμάτα με λουλούδια, τα 33 χρώματα της ίριδας (τέχνη αναπόσπαστη η ζωγραφική της ποίησής του), τα 39 μικρά και μεγάλα ζώα. 
Να τον προσέξουμε στο μισοσκόταδο. Αυτόν, θεατή, ηθοποιό και ταξιθέτη, καθώς προσπαθεί
        να φέξει τη νύχτα μας μ ένα μοναδικό πορτοκάλι.
Και θα συνομιλήσουμε με τα άσματά του: Μεγάλα πολύχρωμα πουλιά, που πυρπολούν την ερημιά μας και συνταράζουν τη μίζερη αδράνεια της καθημερινότητάς μας.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων,
αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημά σου
να συνεχίζεις να γράφεις μετά θάνατον.
Γράφει και τραγουδάει για εμάς, και παρά την αίσθηση του ομότιτλου της συλλογής ποίηματος που τον θέλει να είναι μόνος,
        χωρίς φώτα
        χωρίς σκηνικά και θεατές
        να παίζει εαυτόν

Ας έχουμε  κατά νου ότι ο Ρίτσος Ποιητής-Ζωγράφος-Μουσικός είχε θητεία και στο θέατρο: Από 1933-1944, βιοπορίζεται ως ηθοποιός και χορευτής στο Εθνικό, στη Λυρική και... στα παρασκήνια των επιθεωρήσεων του Καραντώνη(!)

Γνωρίζει καλά τους κανόνες της υποκριτικής. Ο ηθοποιός ποτέ δεν παίζει μόνο τον εαυτό του. Θα ήταν πολύ κακός ηθοποιός. Πρέπει να είναι ο εαυτός του και ταυτόχρονα ο ρόλος του. Ποτέ δεν παίζει μόνο για τον εαυτό του. Παιζει και για το κοινό του. Πραγματικό ή φανταστικό. 

Ο Ρίτσος παίζει για εμάς. Καλώντας μας να σταθούμε δίπλα του, μες στο δικό του, στο δικό μας Υπερώον.
Και θα δούμε το
        μεγάλο γυάλινο φεγγάριπου λίγο πριν οι 
        εργάτες της σκηνής [...] μετέφεραν στο υπόγειο
να αναδύεται ξανά από τα έγκατα της γης, φωτίζοντας τα μέσα μας σκοτάδια.
Κι ο ποιητής, όπως τον μάθαμε στο διαρκές του πηγαινέλα: Από το λίγο στο πολύ. Από τον έρωτα στη φθορά. Από το προσωπικό στο κοινωνικό. Χωρίς το ένα να καταπιέζει το άλλο. Αλλά ούτε και το ένα να υπάρχει χωρίς το άλλο. Χωρίς παραχωρήσεις. Όπως πάντα.
Εδώ. Στο Δημόσιο Πάρκο της ζωής του.

Στην ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ (15/3) καθισμένος στο ίδιο
        παγκάκι με την Περσεφόνη,
        ράβει, ξεράβει στίχους για τους εκτελεσμένους,

κι ένα
        αστέρι είναι το μολύβι του
        να γράφει και να σβήνει
        τα μυστικά του κόσμου.


Ανέγγιχτος από την κόψη του θανάτου.
Μπάμπης Ζαφειράτος


Υ.Γ.

Η σειρά των 25 ποιημάτων είναι αυτή της συλλογής, η οποία παρακολουθεί και το χρόνο γραφής τους.

Η επιλογή τους έγινε από τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας του Υπερώου. Το παρόν κείμενο προοριζόταν για την Πρωτοχρονιά (2014), ώστε να ξεκινήσουμε με Ρίτσο, αλλά στην πορεία ξεπέρασε τα όρια ενός απλού σημειώματος, με αποτέλεσμα να ταξιδέψει με μικρή καθυστέρηση και στο εκ νέου προγραμματισμένο ταξίδι του, της Πρωτομαγιάς (διπλής γενέθλιας ημερομηνίας του ποιητή).


Το κριτήριο επιλογής των ποιημάτων μια λέξη, ένας στίχος, μια εικόνα, μια μνήμη– ήταν η αίσθηση των πρώτων αναγνώσεων, αποκλείοντας εκ των πραγμάτων τα 10 ποιήματα που παρουσιάστηκαν (και) από την Μποτίλια στις 11 Νοεμβρίου 2013.

Αργότερα, ξαναβλέποντάς τα, διαπιστώσαμε ότι πολλά αδικήθηκαν, ίσως και τα 31 εναπομένοντα του Υπερώου.

Ωστόσο, δεν αφαιρέθηκε και δεν προστέθηκε κανένα, πλην των απαραίτητων αναφορών σε κάποια από τα υπόλοιπα και για τις ανάγκες του παρόντος «σημειώματος».

(Μπ.Ζ.)
__________ 
Παραπομπές:

      Πορτραίτο Γιάννη Ρίτσου: Φαέθων Γρυπάρης
      Λοιπά:
       

            Δεν υπάρχουν σχόλια:

            Δημοσίευση σχολίου

            Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.