Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Ο Δραπέτης




 
(Ήταν λοιπόν ένας δραπέτης. Σ’ ένα δωμάτιο με τέσσερα παράθυρα. Με θέα δέντρα και ποτάμια κι οπλισμένους κυνηγούς και γυναίκες σε στάση συνουσίας).
Κάποτε σου είχα μιλήσει για τα τρελά πληρώματα και για τη μνήμη των ανθρώπων. Τώρα μένω βουβός στους μεσημεριανούς μας έρωτες να κουβαλάω μέσα μου τοίχους, πλατείες και θλιμμένα καφενεία. Το εκμαγείο του βαρυποινίτη μέσα μου.
Έτσι. δίχως εξάρτυση, μ’ ένα πιατάκι του γλυκού κι ένα φλιτζάνι του καφέ μπροστά μου, δίχως βλέμμα, με τα παιδιά που αγρίεψαν γυρίζοντας, ίδια σφαγμένα ζώα, βαμμένα το αίμα και τον άνεμο.
Μια άδεια μάντρα σκοπευτηρίου μετά την έκτη πρωινή η μέρα που ήρθες να με βρεις δίπλα στις βάρκες, το κατράμι και τα φύκια.
Λέξεις ατέλειωτες, λόγια σπασμένα βιαστικά που με τυλίγουν. Η θάλασσα στερεύοντας ν’ αδειάζει στις ακτές, ή κήλη και το άσθμα του παππού από τις λαχαναγορές και τα προσφυγικά υπόγεια.
Κι από κοντά τα μάτια σου να κοιτάζουν σαν σκυλιά.
(Κάθε φορά περνούσε μέσα από τα κάγκελα κι έφευγε τρέχοντας, πότε ντυμένος στα παράξενα, πότε θηρίο και αράχνη κι ερωτευμένο αλάνι).
Ώρα 0:30. Έτσι όπως πρωτομπαίνεις στο διάδρομο, μια μπόχα ανάκατη από σκατά κι αρβύλα.
Στην τρίτη θέση τα μαρμάρινα κρεβάτια παστρικά. Γέροι συνταξιούχοι παίζουν τάβλι τα λουκούμια και το θάνατο.
Στην κουπαστή, ο Κώστας ο Αρθούρος, ό Ιάκωβος ό Γιάννης κι ό Γραφέας. Κι ή ιστορία του Θεόφιλου όπως φτεροκοπάει πάνω απ’ τους θάμνους τρο­μαγμένη.
(Είχε ένα μάτι που έβλεπε κάτι δικά του χρώματα ξεκάθαρα, απ’ το σκοτάδι πού άπλωνε το άλλο του μάτι το γερό. Εικόνες που προβάλλονταν σε σκοτεινά πεδία, πού κοίταζαν ολόισια τα δέντρα και τα σπίτια).
Φύγε σου λέω. Φύγε γρήγορα. Το άλλο Σαββατο­κύριακο να περιμένεις, θα γυρίσω.
Σε λίγο θα κοιμάμαι. Θα σε βλέπω, απ’ το παρά­θυρο να μπαίνεις και να μετράς τον ύπνο τους. Μα τώρα φύγε. Είναι παιδιά, τρελοί, σκοτώνουν και σκοτώνονται. Και το πρωί μας βρίσκει πεινασμέ­νους και γυμνούς με τα κορμιά βαριά από καμένη σάρκα.
Φύγε, σού λέω. Φύγε γρήγορα.
Και το Σαββατοκύριακο βουβοί σαν τις παλιές ταινίες και τα χαλασμένα ραδιόφωνα.
Όλα χωρίς συνέχεια, χωρίς αρχή και τέλος. Χωρίς εντόσθια. Σαν τα πουλιά που ακινητούν στεγνά, στα ράφια των κοινοτικών γραφείων και των ορειβα­τικών συλλόγων, με μάτια γυάλινα, με τις φτε­ρούγες τους ολοένα απλωμένες.
Όπως τα βράδια χτες βράδυταριχευμένος σε μαυσωλεία ευζώνων κι ημιονηγών.
Να περιμένεις.
(Μόνο που δάκρυζε το χαλασμένο μάτι του, κι άκουγες να ξεχύνεται του σκοτωμένου ο πόνος –κάτω απ τα χτυπήματα– σαν άδειος κάλυκας οβίδας που έγινε βάζο  για λουλούδια).
Τότε τον είδα να έρχεται κοντά στον οδηγό. Με το ένα χέρι τού στρίβει τον καρπό. Με το άλλο έχει πιά­σει το λαιμό του.
Τα μάγουλα του, σημαδεμένα από τα καψίμα­τα, γυαλίζουν, δίχως γένια, κάτω απ' το φεγγάρι.
Το σώμα του άναψε, ξεχείλισε απ’ τα ρούχα του, το γέλιο ακούστηκε πνιχτό, γεμάτο πόνο, όπως του δάγκωνε το αυτί και τον φιλούσε μες στο στόμα.
Γελούσε ακόμα. Και τον έβλεπα γυμνό, με το προτεταμένο πέος του –σαν τις ερμές– να σημαδεύει τη θητεία του στους δρόμους.
(Έτσι, σε τούτες τις ατέλειωτες πορείες, με όλο το βάρος πάνω του, ξέκοβε σαν αγρίμι μες στις λόχμες, με τις φωνές ξοπίσω του των κυνηγών και τα βαριά τους βήματα στις δυο πλευρές του δρόμου, λες και οδηγούσε αυτός τους κυνηγούς, λες και κρατούσε το ρυθμό αυτός ανάμεσα στους κωπηλάτες μιας γαλέρας).
Τότε και βγήκε με κλειδιά και συρματόσκοινα.
Άκου, τού λέει. Μίλα γρήγορα. Θέλω τα πάν­τα. Ακούς, κωλόπαιδο;
Δένει σφιχτά με το καλώδιο.
Εμπρός, λοιπόν...
Το σύρμα τέντωνε.
Λαμβάνω –είπε...
Πάλλεται σαν διπλόχορδο, με ένα παλιό ρεμπέτικο να σκίζεται η καρδιά σου.
Την τιμήν είπε...
Ξέφτια ξεκόλλαγαν απ’ το μυαλό του και σοβάδες.
–Ουδέν είπε...
Στρίβοντας το καλώδιο, χιλιάδες βύσματα τρυπούσαν το κρανίο του.
Ο υ δ έ ν
(Εκείνο το βράδυ πήδηξε πάνω σε μια απ’ τις γυ­ναίκες που τον έντυναν, διασχίζοντας με το μονόξυλό του ένα ποτάμι σκεπασμένο με φυλλωσιές, άγρια χόρτα και καλάμια).
Θυμάμαι κάποτε το σχήμα σου, γυρνώντας μες στο πλήθος. Τώρα σε βλέπω μακρινή να ξενυχτάς πουλώντας στις γωνιές ασημικά κι αρώματα.
(Όλο βαθιά και πιο βαθιά. Ως το σημείο που έφραζαν κορμοί από ξύλα, βράχια μεγάλα και όνειρα).
Μετά με πήραν, κι ανεβαίνοντας χάνω τη χάντρα που μου χάρισες.

Επάνω με περίμεναν άντρες ξανθοί, λεγεωνάριοι και σκοτεινές γυναίκες.

Σε ένα τραπέζι στρογγυλό ανακριτές και με ξαπλώνουν. Μ' ένα γλομπάκι μπλε μου ξεκολλούν τις σάρκες και με πατούν με τις πατούσες τους στο στήθος.
Εδώ είναι που μπαίνει ό μάγειρας και με κοιτάει σαν ξένος.
–Έχω στηθάγχη, φώναξα.
Ξανά.
–Έχω στηθάγχη, φώναξα.
Για να με σύρουν με σκοινιά στη μέση της πλατείας, την ώρα πού σκολνάει το νυφοπάζαρο και το θερίο της Μητρόπολης χτυπάει την ώρα δέκα.
Σπασμένα σίδερα, έπειτα. Οι καρέκλες με σκισμένο το πανί. Σαν τις γυναίκες που τις πήραν οι περαστικοί εμπόροι μέσα στο ρέμα με τις σάπιες πρασινάδες και τα απονέρια της μπουγάδας.
(Κι άνοιξε πελεκώντας ξυλοκόπος και διαρρήχτης, παραβιάζοντας τα ξέφωτα και τις μεγάλες πόρτες των παλιών αρχοντικών).
Τώρα ή ώρα δυόμιση. Το φεγγαρόφωτο γλιστράει στη σκεπή και τα παιδιά κυνηγημένα.
Πάλι δεν με άφηναν να έρθω να σε δω κι εσύ καλούσες.
Μες στο κελί μπαίνουν νερά. Κάποιο τρανζίστορ παίζει στο σκοτάδι.
Γράφω στο χέρι μου:
«Είσαι μεγάλος πούστης, ρε…»
«Δυο στρώματα σου φέρανε…»
Και κατουρούσε σε μπουκάλια λεμονάδας.
Ονειρευόταν θάλασσες και «Παναγιά μου θα σου ανάψω ενα κερί να σταματήσει η μάνα μου το κλάμα».
–Ένα τσιγάρο.
Και μου μίλαγε συνέχεια.
–Έχεις ένα τσιγάρο;
Το χτεσινό του σπέρμα έχει κάνει έναν λεκέ σαν την υδρόγειο και το πρωί στο ξυλοκρέβατο βρήκα γραμ­μένα τα μαντάτα του:
«Πούσε πουτάνα τύχη νάρθω
νά σε βρο νά συζητήσωμε οι δυό μας
πως τα περνάω μεσα νε τούτο το κελή
τυχη τρελή μέ τρελανες και μένα
χορις να σκεφτης μου πεζης ασκημο
πεχνηδη αλά ειθελα να ύξερα πού
θα το πας ως πωτε θα πεζης το
πεχνηδη σου μεχρη που θα τραβήξη αυτό
θα απελπηση κανένα και θά σέ συναντηση
πουτάνα τύχη ως ποτε θα πεζης
με καθε φτωχωπεδω».
Τρέχουν κοριοί, μυρίζει η βούτα. Και σκάρωνες ένα στιχάκι για τραγούδι.
«Από έαρ σε έαρ ό χρόνος...»
Στη μάνα σου είπες απολύθηκες και σου ’στελνε λεφτά για εκδρομή.
Από νύχτα σε νύχτα ο χρόνος...
(Μα βρήκε μπαίνοντας στα δώματα πράγματα που έμεναν σωριασμένα βιαστικά, σκέψεις κάποιων στιγμών μοναχικών κάτω απ’ την κάφτρα ενός τσιγάρου τελευταίου).
Οι άλλοι έφυγαν μετανάστες και ληστές. Άλλοι παντρεύτηκαν, μπάρκαραν άλλοι ξεχασμένοι.
(Εκεί κοιμήθηκε πάνω σε στρώμα μουχλιασμένο και υγρό, όλο περνώντας κάτω απ’ τα αυτοκίνητα να ξεφουσκώνει λάστιχα, βλέποντας να σωριάζον­ται τα πάντα μέσα στις διακλαδώσεις τού μυαλού του, να πέφτουν και να αλλάζει χρώματα το μάτι του).
Ένα μήνα ύστερα αρρεβωνιάστηκα τη δούλη του θεού Σαπφώ Μαρμαρά και φτιάξαμε ολόκληρη οι­κογένεια από γάτες και ποντίκια. Βέβαια κάλλιστα κάποιος μπορεί να ρίξει το αγκίστρι του άλλα ευρίσκεται με τρόπο ανεξήγητο σε σπήλαια σταλαγμιτών ηλίου. Λόγω όμως ελλείψεως σιδηροδρομικού σταθμού εκτινάσσονται τροχιοδεικτικά βλήματα με τη μύτη προς τα κάτω την ουρά κάτω κεφάλι κάτω και τελικά με ένα κεφάλι και δυο γαρδένιες εναντίον των μορίων ανθρακιτών ανθρώπων που κυνηγάνε δράκουλες γιατί τη νύχτα ξυπνάμε και το βράδυ ξυπνάμε και τα μεσάνυχτα ξυπνάμε και πάλι ξαναξυπνάμε για να πιούμε το ρόφημα πρωί ζεστό με ναφθαλίνη και να χορέψουμε τσάρλεστον με κάμψεις και οκλαδόν ενός μεγάλου έρωτος της σάπιας ιστορίας.
Όταν δε το στρατοδικείο είναι διαρκές βαδίζουμε για στέγνωμα του δεξιού κροτάφου.
(Σαν ήρθαν να τον πιάσουν, άκουσαν τρίξιμο στις χαραμάδες και στα μαδέρια της σκεπής. Σάπιο το πάτωμα, κι η σήτα στο παράθυρο ήταν σπρωγμένη με το στήθος).
***
Τώρα, το ότι αυτά τα άγρια νέφη κινήθηκαν ασύνταχτα, άφησε την αφήγηση εκτεθειμένη ίσως στα βλέμματα των καιροσκόπων και των βολεμένων επαναστατών, αλλά η Ιστορία, παρ’ όλο πού είθισται πορευομένη με υλακές, την εποχή εκείνη διάνυσε διαδρομή αντιθέτου φοράς, όπως τα αληθινά ποτάμια, από τη θάλασσα στα όρη.
Γι αυτό, άλλωστε, τα άσματα τον ποιητών είναι πάντοτε εξοργιστικώς μεγαλόπνοα και γενικώς– τεθλιμμένα.

Υ.Γ.
 Ό Θεόφιλος, που γεννήθηκε στην Πρεζούπολη, είναι πρόσωπο φανταστικό. Αυτά είναι όσα αποσιώπησε μια νύχτα με βροχή. Ο ρόλος μου: ενός σιωπηλού οφθαλμοπόρνου.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.  Το εντός παρενθέσεων κείμενο παρουσιάστηκε μαζί με άλλα ποιήματα για πρώτη φορά το 1977, στο «Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ», κατά την «Γ΄ Συνάντηση Νέων Δημιουργών». 
2.  Ολόκληρη η Αφήγηση (εδώ με μικρές διορθώσεις, στίξης κυρίως) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 29 Ιουλίου 1978, στη στήλη «Το σύγχρονο διήγημα».
3.  Οι εντός εισαγωγικών στίχοι προέρχονται από σημειώματα που βρήκε ο γράφων στο κρατητήριο-πειθαρχείο του δεσμοφύλακα Θεόφιλου.
4.  Το 1989, με τίτλο «Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ», υπό τον γενικό τίτλο «ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ», παρουσιάζεται από την «Θεατρική Ομάδα Χολαργού» ως μονόπρακτο, με δυο αφηγητές και τον Μπ. Ζ. (ο οποίος συνσκηνοθετεί και σκηνογραφεί) στον ρόλο του Θεόφιλου.
Το σπονδυλωτό έργο περιλαμβάνει οκτώ (8) ακόμα μονόπρακτα του Μπ. Ζ. και δύο (2) του Γιώργου Λιγνού.
5.  Η προμετωπίδα του τίτλου και η εικόνα του κειμένου προέρχονται από ΤΑ ΝΕΑ και είναι έργα του ζωγράφου Ανακρέοντα Καναβάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.