Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!
Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Νικολάς Γκιγιέν: Γκεβάρα, ο Γκάουτσο (4 ποιήματα) ‒ Σχολιασμός και Επίμετρο: Τα γεγονότα μέσα απ' τους στίχους (Αφιέρωμα - Α' Μέρος)

Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, γνωστός και ως «Τσε»
(Che Guevara - Ernesto Guevara de la Serna)
Γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής

Δολοφονήθηκε από τη CIA, στις 9 Οκτωβρίου 1967, στη Λα Ιγκέρα της Βολιβίας
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 9.Χ.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

Νέα κυκλοφορία
(Μάιος 2016)

Νικολάς Γκιγιέν: Αηδόνια και Μπαζούκας

* * *

Ν ι κ ο λ ά ς   Γ κ ι γ ι έ ν

4   Π ο ι ή μ α τ α   γ ι α   τ ο ν   Τ σ ε

Nicolás Guillen

Με 3 πίνακες του Μάριο Καρένιο


(Μετάφραση - Απόδοση - Σχολιασμός - Επιμέλεια: Μπάμπης Ζαφειράτος)

*

Το Β Μέρος του Αφιερώματος:


Βπέπε επίσης:

  και
Αρμενίζει η Κούβα στο χάρτη της
Για την επικαιρότητα των στίχων του Γκιγιέν
κέψεις και προβληματισμοί για την πορεία της σημερινής Κούβας)*
Ακόμη
Γιάννης Ρίτσος - Νικολάς Γκιγιέν: Μια εξαιρετική συνάντηση στον Μεγάλο Ζωολογικό Κήπο του Κόσμου (VIDEO - Φωτό) ‒ Επίμετρο: Γιάννης Ρίτσος - Lea Lublin

Περισσότερα
Γκιγιέν


Και
Όλα τα Πρόσωπα της Μποτίλιας

*



CHE GUEVARA 

COMO si San Martín la mano pura
a Martí familiar tendido hubiera,
como si el Plata vegetal viniera
con el Cauto a juntar agua y ternura,

así Guevara, el gaucho de voz dura,
brindó a Fidel su sangre guerrillera,
y su ancha mano fue más compañera
cuando fue nuestra noche más oscura.

Huyó la muerte. De su sombra impura,
del puñal,del veneno,de la fiera,
sólo el recuerdo bárbaro perdura.

Hecha de dos un alma brilla entera,
como si San Martín la mano pura
a Martí familiar tendido hubiera.



Guillen Nicolás, Enero 1959
ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ 

ΟΠΩΣ του Σαν Μαρτίν το τιμημένο χέρι
με του Μαρτί το αδερφικό το χέρι σμίγει
κι ως τα νερά στον κάμπο ο Πλάτα ξετυλίγει
και με του Κάουτο τα νερά ζωή έχει φέρει,

έτσι ο Γκεβάρα, ο γκάουτσο, φωνή γενναία,
με τον Φιντέλ τ’ αντάρτικό αίμα του έχει δέσει,
κι όταν η νύχτα μας τρισκότεινη είχε πέσει
φαρδιά η παλάμη του μας κράτησε παρέα. 

Ανίκητος. Από φαρμάκι, από θηρίο,
κι από λερή σκιά θανάτου, και μαχαίρι,
που μόνο η μνήμη η βάρβαρη δεν θα αποφύγει. 

Σε μια λαμπρή ψυχή ενώθηκαν οι δύο,
όπως του Σαν Μαρτίν το τιμημένο χέρι
με του Μαρτί το αδερφικό το χέρι σμίγει.



Νικολάς Γκιγιέν, Ιανουάριος 1959



Μάριο Καρένιο (Αβάνα, Κούβα, 1913 - Σαντιάγο, Χιλή 1999), Φωτιά στα σπίτια της φυτείας, 1943
Mario Carreño, Fuego en el batey
Duco and oil on wood panel, 123 x 166 cm.


CHE COMANDANTE

NO porque hayas caído
tu luz es menos alta.
Un caballo de fuego
sostiene tu escultura guerrillera
entre el viento y las nubes
   de la Sierra.
No por callado eres silencio.
Y no porque te quemen,
porque te disimulen bajo tierra,
porque te escondan
en cementerios, bosques, páramos,
van a impedir que te encontremos,
Che Comandante,
amigo.

CON sus dientes de júbilo
Norteamérica ríe. Mas de pronto
revuélvese en su lecho
de dólares. Se le cuaja
la risa en una máscara,
y tu gran cuerpo de metal
sube, se disemina
en las guerrillas como tábanos,
y tu ancho nombre herido
   por soldados
ilumina la noche americana
como una estrella súbita, caída
en medio de una orgía.
Tú lo sabías, Guevara,
pero no lo dijiste por modestia,
por no hablar de ti mismo,
Che Comandante,
amigo.

ESTÁS en todas partes. En el indio
hecho de sueño y cobre. Y en
   el negro
revuelto en espumosa muchedumbre,
y en el ser petrolero y salitrero,
y en el terrible desamparo
de la banana, y en la gran pampa de 
   las pieles,
y en el azúcar y en la sal y en los
   cafetos,
tú, móvil estatua de tu sangre como 
   te derribaron,
vivo, como no te querían,
Che Comandante,
amigo.

CUBA te sabe de memoria. Rostro
de barbas que clarean. Y marfil
y aceituna en la piel de santo joven.
Firme la voz que ordena
   sin mandar,
que manda compañera, ordena
   amiga,
tierna y dura de jefe
   camarada.
Te vemos cada día ministro,
cada día soldado, cada día
gente llana y difícil
cada día.
Y puro como un niño
o como un hombre puro,
Che Comandante,
amigo.

PASAS en tu descolorido, roto, 
   agujereado traje de campaña.
El de la selva, como antes
fue el de la Sierra. Semidesnudo
el poderoso pecho de fusil
   y palabra,
de ardiente vendaval y lenta
   rosa.
No hay descanso.
¡Salud, Guevara!
O mejor todavía desde el hondón 
   americano:
Espéranos. Partiremos contigo. 
   Queremos
morir para vivir como tú has
   muerto,
para vivir como tú vives,
Che Comandante,
amigo. 



Nicolás Guillen,
8 - 15 de Οctubre de 1967
ΤΣΕ ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ

ΚΙ ΑΣ έπεσες
το φως σου μένει πάντοτε μεσούρανα.
Άλογο καμωμένο από φωτιά
καλπάζει με το αντάρτικο άγαλμά σου
μες στους ανέμους και τα σύννεφα
   της Σιέρρας.
Κι αν σώπασες, δε σώπασε η φωνή σου.
Κι αν σ’ έκαψαν,
κι αν σ’ έχωσαν βαθιά κάτω απ το χώμα,
κι αν έκρυψαν τη στάχτη σου
σε κοιμητήρια, σε δάση και τυρφώνες,
δε θα μας εμποδίσουν να σε βρούμε,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

ΓΕΛΑΕΙ σαρδόνια
η Βόρεια Αμερική. Μα ξάφνου
στριφογυρνάει πάνω σε κείνο το στρώμα
από δολάρια. Το γέλιο της
μια παγωμένη μάσκα τώρα,
και το γιγάντιο σώμα σου από μέταλλο
ανυψώνεται, διασκορπίζεται,
σαν ντάβανος κεντρίζει τους αντάρτες,
και το τρανό όνομά σου λαβωμένο
   απ’ τους στρατιώτες
λάμπει μέσα στ αμερικάνικα σκοτάδια,
σαν ένα πεφταστέρι
στη μέση μιας απαίσιας γιορτής.
Εσύ, Γκεβάρα, το ’ξερες,
μα από σεμνότητα δεν το ’πες
για να μην καυχηθείς,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

ΕΙΣΑΙ παντού. Στον Ινδιάνο
τον από χαλκό και όνειρα πλασμένον.
   Κι είσαι στη μαύρη
εξεγερμένη, τρικυμισμένη λαοθάλασσα,
στου πετρελαίου τον εργάτη και του νίτρου
και στη φριχτή εγκατάλειψη
της μπανανοφυτείας, και στης μεγάλης
   πάμπας το πετσί
και στο αλάτι και στη ζάχαρη, και στις
   φυτείες του καφέ,
εσύ, φιγούρα αναδυόμενη απ’ το αίμα σου 
   καθώς σωριάστηκες,
και ζωντανός, όπως δεν σε ήθελαν,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

Η ΚΟΥΒΑ σ’ έχει αποστηθίσει. Πρόσωπο
με τη φωτεινή γενειάδα. Και χρώμα ελιάς και φίλντισι στο δέρμα του άγιου νέου.
Φωνή ακλόνητη, που δίνει διαταγές
   μα δεν προστάζει,
μια προσταγή συντροφική, μια φιλική
   διαταγή,
σκληρή και τρυφερή, οδηγητή και 
   σύντροφου.
Σε βλέπουμε καθημερνά υπουργό,
καθημερνά στρατιώτη, καθημερνά
άνθρωπο απλό, και δύσκολη
η κάθε μέρα.
Κι άδολος είσαι σαν παιδί
σαν ένας άντρας άδολος,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε. 

ΠΕΡΝΑΣ με την ξεθωριασμένη, σκισμένη,
   τρύπια σου στολή της μάχης.
Στη ζούγκλα σήμερα, σαν άλλοτε
στη Σιέρα. Μισόγυμνο
το δυνατό σου στέρνο, του λόγου και του 
   τουφεκιού,
ένας τυφώνας πύρινος, κι αμάραντο
   τριαντάφυλλο.
Χωρίς ανάπαυλα.
Γεια σου Γκεβάρα!
Μα πιο καλά για να στο πω, εκεί
   στο αμερικάνικο φαράγγι:
Περίμενέ μας. Θα φύγουμε μαζί σου.
   Θέλουμε
να πεθάνουμε για να ζήσουμε όπως
   πέθανες εσύ,
να ζήσουμε όπως ζεις εσύ,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε. 



Νικολάς Γκιγιέν,
8 - 15 Οκτωβρίου 1967



Μάριο Καρένιο (Αβάνα, Κούβα, 1913 - Σαντιάγο, Χιλή 1999), Κιθαρωδός, 1943
Mario Carreño, La chitarrista, Oleo sobre lienzo (Λάδι σε καμβά)

GUITARRA EN DUELO MAYOR


I
SOLDADITO de Bolivia,
soldadito boliviano,
armado vas con tu rifle,
que es un rifle americano,

que es un rifle americano, 
soldadito de Bolivia,
que es un rifle americano.

II
TE lo dio el señor Barrientos,
soldadito boliviano,
regalo de mister Johnson,
para matar a tu hermano,
para matar a tu hermano,
soldadito de Bolivia,
para matar a tu hermano.

III
¿
NO sabes quien es el muerto,
soldadito boliviano?
El muerto es el Che Guevarra,
y era argentino y cubano,

y era argentino y cubano, 
soldadito de Bolivia,
y era argentino y cubano.

IV
EL fue tu mejor amigo,
soldadito boliviano,
el fue tu amigo de a pobre
del Oriente al altiplano,
del Oriente al altiplano,
soldadito de Bolivia,
del Oriente al altiplano.

V
ESTÁ mi guitarra entera,
soldadito boliviano,
de luto, pero no llora,
aunque llorar es humano,
aunque llorar es humano,
soldadito de Bolivia,
aunque llorar es humano.

VI
NO llora porque la hora,
soldadito boliviano,
no es de lagrima y pañuelo,
sino de machete en mano,
sino de machete en mano,
soldadito de Bolivia,
sino de machete en mano.

VII
CON el cobre que te paga,
soldadito boliviano,
que te vendes, que te compra,
es lo que piensa el tirano,
es lo que piensa el tirano,
soldadito de Bolivia,
es lo que piensa el tirano.

VIII
DESPIERTA, que ya es de día,
soldadito boliviano,
esta en pie ya todo mundo,
porque el sol salió temprano,
porque el sol salió temprano,
soldadito de Bolivia,
porque el sol salió temprano.

IX
COGE el camino derecho,
soldadito boliviano;
no es siempre camino fácil,
no es fácil siempre ni llano,
no es fácil siempre ni llano,
soldadito de Bolivia,
no es fácil siempre ni llano.

X
PERO aprenderás seguro,
soldadito boliviano,
que a un hermano no se mata,
que no se mata a un hermano,
que no se mata a un hermano,
soldadito de Bolivia,
que no se mata a un hermano.




Published by: Guillen Nicolás / Guitarra en duel mayor - Casa de las Américas.  No 46. Enero  - Febrero, 1968,
Año VIII.
ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΝΘΟΣ


I
ΒΟΛΙΒΙΑΝΕ στρατιωτάκο,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
το ντουφέκι που έχεις πάρει,
made in USA στο πουλάνε,
made in USA στο πουλάνε,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
made in USA στο πουλάνε.

II
ΒΟΛΙΒΙΑΝΕ στρατιωτάκο,
ο Μπαριέντος στο ’χει δώσει
δώρο απ τον μίστερ Τζόνσον,
αδερφό σου να σκοτώσει,
αδερφό σου να σκοτώσει,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο
αδερφό σου να σκοτώσει.

III
ΠΟΙΟΣ είναι ο νεκρός δεν ξέρεις,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο;
Σκότωσε τον Τσε Γκεβάρα
Αργεντίνο και Κουβάνο,
Αργεντίνο και Κουβάνο,
Βολιβιάνο στρατιωτάκι
Αργεντίνο και Κουβάνο.

IV
ΤΟΝ καλύτερό σου φίλο,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο,
φίλος σου ήτανε στη φτώχεια
στην Ανατολή ως επάνω,
ως τις πόλεις στο Αλτιπλάνο,
Βολιβιάνο στρατιωτάκι,
ως τα υψίπεδα επάνω.

V
ΤΩΡΑ τούτη εδώ η κιθάρα,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
πένθος έχει μα δεν κλαίει,
αν και οι άνθρωποι πονάνε,
αν και οι άνθρωποι πονάνε,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
αν και οι άνθρωποι πονάνε.

VI
ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΟ Βολιβιάνε,
δεν είναι η στιγμή να κλάψεις
ούτε δάκρυα να κυλάνε,
μια ματσέτα σφίξε μόνο,
μια ματσέτα στ άδειο χέρι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
μια ματσέτα στ άδειο χέρι.

VII
Ο ΧΑΛΚΟΣ που σε πληρώνουν,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
σε πουλάει και σ’ αγοράζει,
κι είναι αυτών που τυραννάνε
είναι αυτών που τυραννάνε
Βολιβιάνε στρατιωτάκο
είναι αυτών που τυραννάνε.

VIII
ΞΥΠΝΑ, έχει ξημερώσει,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο.
Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω.

IX
ΣΤΟ σωστό μπες μονοπάτι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
εύκολο δεν είναι πάντα,
ίσιο και στρωτό δεν θα ’ναι,
εύκολο στρωτό δεν θα ’ναι,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
ίσιο και στρωτό δεν θα ’ναι.

X
ΟΜΩΣ σίγουρος θε να ’σαι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
που αδερφό δεν θα σκοτώσεις,
που αδερφό δεν πολεμάνε,
που αδερφό δεν θα σκοτώσεις,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
που αδερφό δεν πολεμάνε.



Από τον Νικολάς Γκιγιέν / Κιθάρα σε μεγάλο πένθος - Casa de las Américas. Νο 46, Γενάρης - Φλεβάρης 1968.
8ο  Έτος της Επανάστασης.



Μάριο Καρένιο (Αβάνα, Κούβα, 1913 - Σαντιάγο, Χιλή 1999), Όνειρο από πέτρα και ορυκτά, 1964
Mario Carreño, Sueño de piedra y mineral (de la serie Un mundo petrificado),1943
Tinta sobre papel (Μελάνι σε χαρτί), 38.4 x 47.93 cm.

LECTURA DE DOMINGO

HE LEIDO acostado
todo un blando domingo.
Yo en mi lecho tranquilo,
mi suave cabezal,
mi cobertor bien limpio,
tocando piedra, lodo, sangre,
garrapata, sed,
orines, asma:
indios callados que no entienden,
soldados que no entienden,
señores teorizantes que no entienden,
obreros, campesinos que no entienden.

TERMINAS de leer,
quedan tus ojos fijos
¿en qué sitio del viento?
El libro ardió en mis manos,
lo he puesto luego abierto,
como una brasa pura,
sobre mi pecho.
Siento las últimas palabras
subir desde un gran hoyo negro.

Inti, Pablito, el Chino y Aniceto.
El cinturón del cerco.
La radio del ejército
mintiendo.
Aquella luna pequeñita
colgando suspendida
a una legua de Higueras
y dos de Pucará.
Después silencio.
No hay más páginas.
Esto se pone serio.
Esto se acaba pronto.
Termina.
                Va a encenderse.
Se apaga
                Va a nacer.



Nicolás Guillen, 1969. Publica sus Cuatro canciones para el Che, muerto dos años antes en Bolivia.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

ΔΙΑΒΑΖΩ ξαπλωμένος
όλη τη ράθυμή μου Κυριακή.
Χαλαρώνω στο κρεβάτι μου
στο μαλακό προσκέφαλό μου
στις καθαρές μου τις καλές κουβέρτες,
αγγίζοντας πέτρα, λάσπη, αίμα,
τσιμπούρι, δίψα,
κάτουρo, άσθμα:
βουβοί αυτόχθονες που δεν καταλαβαίνουν
στρατιώτες που δεν καταλαβαίνουν
της θεωρίας κύριοι που δεν καταλαβαίνουν,
εργάτες, αγρότες που δεν καταλαβαίνουν.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ τελειώνεις,
στρέφεις αλλού το βλέμμα·
σε ποια μεριά του ανέμου;
Μου καίει τα χέρια το βιβλίο,
απ τη στιγμή που το άνοιξα
κάρβουνο πυρωμένο
μου κάθεται στο στήθος.
Τα τελευταία λόγια νιώθω
από μια μαύρη τρύπα ν ανεβαίνουν.

Ο Ίντι, ο Παμπλίτο, ο ελ Τσίνο κι ο Ανιθέτο.

Ο κλοιός που σφίγγει.
Το ράδιο του στρατού
παραπλανάει.
Κι εκείνο το φτενό το φεγγαράκι
αβέβαια κρεμασμένο
μια λεύγα απ την Ιγέρα
και δυο απ’ την Πουκαρά.
Μετά σιωπή.
Δεν έχει άλλες σελίδες.
Τα πράμα δυσκολεύει.
Είναι η αρχή του τέλους.
Τελειώνει.
                Παίρνει φωτιά.
Σβήνει
                Θα ξαναγεννηθεί.



Νικολάς Γκιγιέν, 1969. Περιλαμβάνεται στην έκδοση Τέσσερα τραγούδια για τον Τσε, που δολοφονήθηκε δυο χρόνια νωρίτερα στη Βολιβία.




Νικολάς Γκιγιέν - Νικολάς Κριστομπάλ Γκιγιέν Μπατίστα (Nicolás Guillén - Nicolás Cristóbal Guillén Batista) 10 Ιουλίου 1902, Καμαγουέι - 16 Ιουλ. 1989, Αβάνα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 20.VIII.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

*

Η Κυριακάτικη Ανάγνωση συνεχίζεται και στο


* * *

Για τα ποιήματα και τη μετάφραση - απόδοσή τους

_________________________________________________
Ο Τσε Γκεβάρα και η Κυριακάτικη Ανάγνωση παρουσιάζονται στα ελληνικά για πρώτη φορά (απ' όσο γνωρίζω). Ο Τσε Κομαντάντε και η Κιθάρα έχουν ξαναμεταφραστεί. Για τον Κομαντάντε έχω υπόψη μου δυο μεταφράσεις: Των Χάιμε Σβαρτ - Άννας Καράπα (Ποιητική Ανθολογία Νικολάς Γκιγιέν, δίγλωσση έκδοση, Αθήνα 2011) η μία, και του κομμουνιστή γιατρού Στάθη Κανναβού η δεύτερη, που περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση του Ημερολογίου Βολιβίας (Καρανάσης, 1977), γνωστή και από το διαδίκτυο. Η Κιθάρα είναι μεν μεταφρασμένη από Σβαρτ-Καράπα (ό.π.π.), αλλά ουσιαστικά παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην έμμετρη μορφή της.
______________________________________



*

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ
(Ιαν. 1959)
Σαν Μαρτίν - Χοσέ Μαρτί, Τσε - Φιντέλ. Αργεντινή - Κούβα. Οι δυο παλιότεροι μύθοι της Λατινικής Αμερικής, η γόνιμη φύση του νησιού και οι ζωοδότες ποταμοί του σμίγουν με τα δυο θρυλλικά ανθρώπινα ποταμια της πρόσφατης ιστορίας της Λατινικής Αμερικής, που από τις πηγές της Επανάστασης (Σιέρα Μαέστρα) μεχρι τη νικηφόρα έξοδό της στη σοσιαλιστική θάλασσα των μεγάλων οραμάτων, συναντιώνται και συνθέτουν τη μεγάλη ψυχή του κουβανικού λαού.

Σονέτο λιτό και περιεκτικό, γραμμένο στο Μπουένος Άιρες, τον Ιανουάριο του 1959, αμέσως μετά τον θρίαμβο των Μπαρμπούδος, εποχή κατά την οποία ο Γκιγιέν ετοιμάζεται για την πολυπόθητη επιστροφή στην πατρίδα, μετά την πολύχρονη εξορία του από το καθεστώς Μπατίστα. Στο ξενοδοχείο όπου διαμένει δέχεται τηλεφώνημα από τον συντάκτη του εβδομαδιαίου περιοδικού “Propósitos” (Σκοποί), ο οποίος του ζητά να παραδώσει μέσα στη μέρα ένα κείμενο ή ένα ποίημα αφιερωμένο στον Τσε Γκεβάρα, που έχαιρε ήδη της διεθνούς αναγνώρισης για τη συμμετοχή του στον απελευθερωτικό αγώνα της Κούβας. Ο ποιητής, λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου του, αρνείται ευγενικά. Αφού όμως κρεμάει το ακουστικό, πέφτει με τα μούτρα στο γράψιμο και μια ώρα πριν την έκδοση του περιοδικού το σονέτο είναι έτοιμο.

Fidel y el Che. Foto de Roberto Salas
Στο κλασικό (ιταλικό, πετραρχικό) σονέτο (14στιχο πάντα) χρησιμοποιείται ο 11σύλλαβος παροξύτονος στίχος με 5 ρίμες (Μαβίλης), αλλά και ο 13σύλλαβος και ο 15σύλλαβος για μεγαλύτερη ελευθερία (π.χ. Εφταλιώτης και Μαβίλης επίσης, όπως και πολλοί νεότεροι). Τα δυο 4στιχα έχουν δυο ρίμες, αββα, αββα, αλλά στο 6στιχο χρησιμοποιούνται όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί (γδγ-δγδ, γδε-γδε, γγδ-εεδ)· αργότερα υπάρχουν και διαφοροποιήσεις στο δεύτερο 4στιχο (γδδγ), ενώ στις μεταφράσεις, λόγω διαφορετικών φθόγγων, σημαντικό μερίδιο εκτός του 13σύλλαβου (Πολυλάς και Ρώτας στον Σαίξπηρ) έχει και ο 15σύλλαβος (πάλι ο Ρώτας στον Σαίξπηρ ή ο Κεντρωτής, π.χ. στον Μπωντλαίρ ή στον Μπρεχτ).

Εδώ ο Γκιγιέν χρησιμοποιεί την πολύ αυστηρή μορφή με 2 μόνο ρίμες: αββα, αββα, αβα, βαβ, και όπου οι δυο πρώτοι στίχοι είναι ίδιοι με τους δυο τελευταίους.

Η απόδοση

Στην παρούσα απόδοση (εξυπακούεται ότι το σονέτο έπρεπε να παραμείνει σονέτο) διάλεξα τον πιο ελεύθερο 13σύλλαβο, με 5 ρίμες: αββα, γδδγ, εαβ, εαβ. Μετέφερα δηλαδή τα ζεύγος της αβ ομοιοκαταληξίας από το δεύτερο 4στιχο στο 6στιχο. Ελπίζω στη δική σας κατανόηση, αλλά και στην επιείκεια του ποιητικού "πνεύματος" του Γκιγιέν.

Τα ποτάμια

Ρίο Κάουτο
Κάουτο και Πλάτα: Ποταμοί της νοτιοανατολικής Κούβας. Πηγάζουν και οι δυο από τη Σιέρα Μαέστρα του Τσε, του Φιντέλ και του Καμίλο.

Ο Κάουτο, ο μεγαλύτερος ποταμός της Κούβας (κατά το 1/3 πλωτός) εκτείνεται σε μήκος 370 χιλιόμετρων προς τα δυτικά και χύνεται στην Καραϊβική, στον κόλπο Γκουαθαναγιάμπο, στα βόρεια της πόλης Manzanillo, της επαρχίας Γκράνμα.

Χάρτης με κομβικά σημεία της Κουβανικής Επανάστασης, 1958 (Wikipedia)
Παρά τον ποταμό Καόυτο σκοτώθηκε ο Χοσέ Μαρτί (28 Ιαν. 1853 - 19 Μαΐ. 1895) στην πρώτη του μάχη για την Κουβανική Ανεξαρτησία. 

Ο Επιφανής Αργεντινός Απελευθερωτής Λαών, Χοσέ Σαν Μαρτίν (Μποτίλια)
 Χοσέ (Φρανσίσκο) δε Σαν Μαρτίν (Ματόρρας): (25 Φεβρ. 1778 – 17 Αυγ. 1850). Αργεντινός επαναστάτης, εθνικός ήρωας της χώρας του, ελευθερωτής της Χιλής και του Περού από την ισπανική κυριαρχία. Στην χώρα μας τον τιμούμε στην ομώνυμη Πλατεία Αργεντινής στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Ο Πλάτα πηγάζει από την ψηλότερη κορυφή της Σιέρας Μαέστρα, το Τουρκίνο Κελαϊδάει το σινσόντε στο Τουρκίνο (Canta el sinsonte en el Turquino) είναι ένα πολύ ωραίο ποίημα του Γκιγιέν, στα... προσεχώς‒ και εκτείνεται από το Νότο προς το Βορρά για να συναντήσει τον Κάουτο στη λίμνη Embalse Cauto del Paso. Στην πόλη Λα Πλάτα δόθηκε μια σημαντική μάχη (11-21 Ιουλ. 1958) με την επίθεση ενός τάγματος των στρατευμάτων του Μπατίστα, η οποία έληξε με την ταπεινωτική παράδοση των στρατιωτών του. Τελικός απολογισμός: 71 νεκροί και τραυματίες και περίπου 240 άνδρες που παραδόθηκαν στους Μπαρμπούδος του Φιντέλ και του Τσε. Συνολικά, συνέλαβαν περί τους 400 Κουβανούς στρατιώτες (αργότερα τους παρέδωσαν στον Ερυθρό Σταυρό), μαζί με εκατοντάδες όπλα και σχεδόν έναν τόνο πυρομαχικών.

Με τη φωνή του ποιητή


*

ΤΣΕ ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ
(8-15 Οκτ. 1967)

Η επανάσταση, ο θάνατος και η επ-ανάσταση του Τσε. Ο Γκάουτσο· και με τις τρεις υποστάσεις του θεού των Γιορούμπα και των Κουβανών (δημιουργός, κυβερνήτης του ουρανού και αγωγός ‒Olofi‒ ανάμεσα στον ουρανό και στους επίγειους άγιους): δημιουργός μιας νέας επαναστατικής πραγματικότητας, κυβερνήτης ‒οδηγητής και σύντροφος‒ και αρωγός ανάμεσα στο όραμα της επανάστασης και στους μαρτυρικούς λαούς της Λατινικής Αμερικής, αλλά και τους λαούς όπου γης. Ο σταυρωμένος επίσης χριστιανός Χριστός (με στοιχεία 2010, στην Κούβα: 59% Χριστιανοί ‒ως επί το πλείστον Ρωμαιοκαθολικοί‒, 23% αγνώστου θρησκεύματος, 17% παραδοσιακές θρησκείες ‒Santeria‒, 0,4% λοιποί) και ο διαμελισμένος από τις Μαινάδες Ορφέας του Σικελιανού, που ξαναβρίσκεται ακέραιος στο σταυρό (βλέπε εδώ).

Ο Τσε, ο άγιος νέος, πληγωμένος από τους στρατιώτες, πεθαίνει, διαμελίζεται ‒από τις ιμπεριαλιστικές μαινάδες αυτός‒, ανασταίνεται, επιστρέφει ακέραιος, και διαμοιράζεται ξανά ‒αντίδωρο επίγειας ζωής‒ εκεί όπου ανήκει: στην πολύχρωμη εξεγερμένη, τρικυμισμένη λαοθάλασσα· για να πάρει πάλι το αληθινό της νόημα η ζωή· να ολοκληρωθεί κατά την επαναστατική διαδικασία που ο ίδιος δίδαξε, με λόγο του το όπλο κι αντίστροφα· με το δυνατό του στέρνο, του λόγου και του τουφεκιού.
«Και το γιγάντιο σώμα σου από μέταλλο / ανυψώνεται, διασκορπίζεται, / σαν ντάβανος κεντρίζει τους αντάρτες»
Κι εδώ, τι σύμπτωση, ο Γκιγιέν, με τους στίχους του και τη μνήμη του από μέταλλο, διασταυρώνεται ‒εκούσια;‒ με τους στίχους του Νερούντα:
«Το μικρό σου λείψανο, ένδοξε καπετάνιε, άπλωσε στο άπειρο τη σιδερένια σου μορφή»,
ειπωμένους από τον μεγάλο Χιλιανό για έναν άλλον καπετάνιο, για έναν άλλον Κομαντάντε, στο ποίημά του Ένα τραγούδι για τον Μπολιβάρ ‒Una canción para Bolívar (1941). Τον Μπολιβάρ, που δίπλα του και δίπλα στον Μαρτί θα βάλει αργότερα ο Γκιγιέν, με το σονέτο του (1959), τον Τσε.

Κι είναι ακριβώς αυτοί οι στίχοι του Νερούντα , που θα τους θυμηθεί ο Τσε στο Ημερολόγιό του της Βολιβίας (δεν αναφέρεται το όνομα του ποιητή) και θα τους προφέρει, στις 25 Απρίλη του 1967, όταν τους βάζει «επίγραμμα» πάνω απ' τον τάφο του Ρολάντο (Σαιν Λούις), παλιού του σύντροφου απ' την Κούβα: 
«Χάσαμε τον καλύτερο άνθρωπο του αντάρτικου και φυσικά έναν ακρογωνιαίο λίθο του, σύντροφό μου από τον καιρό όπου, σχεδόν παιδί, ήταν αγγελιαφόρος του 4ου συντάγματος, μέχρι την εισβολή, και σ' αυτή την καινούργια επαναστατική περιπέτεια. Μπορεί μονάχα να πει κανείς, πως ο άτυχος θάνατός του, θα μπορούσε, σ' ένα υποθετικό μέλλον, να γίνει επίγραμμα μ' αυτά τα παρακάτω λόγια: «Το μικρό σου λείψανο, ένδοξε καπετάνιε, άπλωσε στο άπειρο τη σιδερένια σου μορφή».
και στην Ανάλυση του Μήνα (Απρίλη) θα ξαναγράψει:
«[...] θρηνούμε δυο απώλειες: του Ρούμπιο και του Ρολάντο. Ο θάνατος του τελευταίου ήταν ένα σκληρό χτύπημα, γιατί σκεφτόμουν να τον αφήσω σα διοικητή ενός δεύτερου πιθανού μετώπου».
(Βλέπε Β' Μέρος, Ημερολόγιο Βολιβίας).

Μια γυναίκα που τον είδε είπε: Μα είναι ίδιος ο Τσε!
(Αντρέα Μαντένια, Νεκρός Χριστός, 1400)
Το πνεύμα της επανάστασης. Προϋπάρχει και επανεμφανίζεται στη Λατινική Αμερική: Από τους ξε-κληρισμένους αυτόχθονες, ως τους από-κληρους γκετοποιημένους εξεγερμένους μαύρους· από τους εργάτες που πλήρωσαν με τη ζωή τους (όπως πάντα) τον οικονομικό Πόλεμο του Νιτρικού Καλίου [Guerra del Guano y el Salitre με 23.000 νεκρούς: 1879-1883, μεταξύ Χιλής, Βολιβίας - Περού, με τη Βόρεια Χιλή να είναι ένα τεράστιο βρετανικό εργοστάσιο, εξού και η βαθιά σχέση της Θάτσερ με τον Πινοσέτ], μέχρι τους εκατοντάδες νεκρούς με τους οποίους λίπανε τις φυτείες των χωρών της Μπανανίας... Τσικίτα η Γιουνάιτεντ Φρουτ (UFCO) αυτό το ορμητήριο της CIA‒, όπως μας την ιστορεί σε όλο της το μεγαλείο ο πληθωρικός και εκφραστικός χρωστήρας του Ντιέγκο Ριβέρα (βλ. πιο κάτω)· από τα χωράφια του ζαχαροκάλαμου, στο αλάτι και στης μεγάλης πάμπας το πετσί.

 1959. Πλατεία της Επανάστασης: Σιενφουέγος, Οσβάλντο Ντορτίκος (Osvaldo Dorticos, 1919-1983. Πρόεδρος της Κούβας 1959-1976. Μέλος της Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΚ από το 1965-;), Φιντέλ, Γκιγιέν. Πιθανές ημερομηνίες: Η Πρωτομαγιά, ή ο πρώτος εορτασμός της 26 Ιουλίου (επίθεση στους στρατώνες της Μονκάδα).
Και οι Κουβανοί που έχουν ζήσει στο δικό τους το πετσί το βούρδουλα της αποικιοκρατίας (κνούτο από μανάτου δέρμα / που ’χε ο γιάνκης να χτυπά) από το 1500 με τους Ισπανούς μέχρι τους μαφιόζους της CIA και του Μπατίστα, γνωρίζοντας τη διδασκαλία του Τσε, κι έχοντας «αποστηθίσει» τον επαναστάτη, θα πάρουν όρκο πάνω απ' το το άγιο σώμα του...

Το πιο γνωστό ποίημα για τον Τσε, το καλύτερο ίσως της ισπανόφωνης ποίησης, μεταξύ των Julio Cortázar, León Felipe, Roque Dalton (García), Pablo Neruda, Mario Benedetti (επίσης στα προσεχώς) διαβάστηκε στην Πλατεία της Επανάστασης "Χοσέ Μαρτί", στην Αβάνα, στις 18 Οκτωβρίου του 1967.

Ο Γκιγιέν ξεκινάει να δουλεύει πάνω στη σύνθεσή του από τις 8 Οκτωβρίου, μια μέρα πριν τη δολοφονία του Τσε9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán), λίγο μετά τη 1:00 το μεσημέρι‒, μόλις τα ειδησεογραφικά πρακτορεία αρχίζουν να μεταδίδουν τις πρώτες ειδήσεις για τον Κομαντάντε, και ενώ στην Κούβα οι πληροφορίες δεν έχουν ακόμα διασταυρωθεί.

Αϊντέ Σανταμαρία και Σέλια Σάντσες στη Σιέρα Μαέστρα
Έτσι, όταν η Haydee Santamaria (Αϊντέ Σανταμαρία, Βίγια Κλάρα, 30 Δεκ. 1923 - Αβάνα, 28 Ιουλ. 1980), διευθύντρια τότε της Casa de las Americas [ιδρ. το 1959 και λειτούργησε αρχικά ως εκδοτικός οίκος ‒με την, από το 1961, ομώνυμη, 3μηνιαία σήμερα, επιθεώρηση τέχνης‒ και πληροφοριακό κέντρο, για να εξελιχθεί στο πιο γνωστό και διάσημο πολιτιστικό ίδρυμα στην Κούβα. Η Αϊντέ βρέθηκε στο τιμόνι του για δυο δεκαετίες και μέχρι το θάνατό της], του πρότεινε να γράψει κάτι, ο Γκιγιέν είπε δειλά δειλά:
Αϊντέ Σανταμαρία
«Συμπαθάτε με, Αϊντέ, αλλά το έχω ήδη τελειώσει, πιθανόν να λείπει κάποιος στίχος, όμως το μεγαλύτερο μέρος είναι έτοιμο, αν και χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις ακόμα».
Στις 15 Οκτωβρίου (εξιστορεί ο Τάιμπο ΙΙ), ο Φιντέλ, στην πρώτη του εμφάνιση στην κουβανέζικη τηλεόραση επιβεβαιώνει την είδηση για το θάνατο του Κομαντάντε και κατηγορεί τους στρατιωτιούς της Βολιβίας ότι είχαν εκτελέσει τον Τσε, στηριζόμενος στις αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων των αξιωματικών και της νεκροψίας και στις πολλαπλές μαρτυρίες που ανέφεραν ότι ο Τσε κατά τη σύλληψή του ήταν τραυματισμένος αλλά όχι σοβαρά. Δυο μέρες μετά, στις 17 Οκτωβρίου, ένα τηλεγράφημα επιβεβαίωνε τη νέα εκδοχή των ενόπλων δυνάμεων της Βολιβίας:
«Ο Τσε Γκεβάρα συνελήφθη ζωντανός και πέθανε ώρες αργότερα (...) λόγω των τραυμάτων του».
Casa de las Americas:
Το τελευαίο τεύχος Νο 279,
Απρίλιος - Ιούνιος 2015
Όμως το περιοδικό Τάιμ, έχοντας αναμφίβολα πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει από την αμερικάνικη κυβέρνηση, την ίδια εκείνη μέρα, επιβεβαίωνε την εκδοχή του Φιντέλ: Οι στρατιωτικοί της Βολιβίας είχαν διατάξει την εκτέλεση του Τσε, ο οποίος είχε συλληφθεί ζωντανός και τραυματισμένος. Λίγες μέρες αργότερα ο Βρετανός Ρίτσαρντ Γκοτ, γράφοντας για το Πούντο Φινάλ στη Χιλή, αποκάλυπτε ότι ο Τσε είχε συλληφθεί. (Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, στο ΕΡΝΕΣΤΟ ΓΚΕΒΑΡΑ γνωστός και ως ΤΣΕ, Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου, ΚΕΔΡΟΣ 2005, σελ. 931).
Στην ίδια εκείνη εμφάνισή του ο Φιντέλ ανακοινώνει ότι στις 18 θα πραγματοποιηθεί επίσημη επικήδεια ολονυχτία, τελετή - φόρος τιμής στον Τσε, στην Πλατεία της Επανάστασης, Χοσέ Μαρτί. Και λίγο αργότερα επικοινωνεί με τον Γκιγιέν και του ζητάει να διαβάσει σ' εκείνη την εκδήλωση το ποίημά του για τον σύντροφό τους. 

18 Οκτωβρίου 1967. Πλατεία της Επανάστασης.
Και απόψε συγκεντρωθήκαμε όλοι μας, προσπαθώντας να εκφράσουμε, κατά κάποιον τρόπο, τα αισθήματά μας απέναντι σε εκείνον που υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς από τους πιο αγαπητούς, και δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας.
«Φυσικά, είπα ναι ‒αφηγείται ο Γκιγιέν. Ωστόσο, το γεγονός μού προξένησε ένα ανάμικτο συναίσθημα περηφάνιας και δέους, μήπως και κάποια στιγμιαία αδυναμία μου θα γινόταν η αιτία να ματαιωθεί ή να τιναχτεί στον αέρα μια τόσο σημαντική εκδήλωση».
Κι εκείνο το βράδυ, ο ποιητής, μαζί με το εντυπωσιακό (χωρίς άλλο προηγούμενο σε όγκο πανω από 1.000.000 Κουβανοί) σιωπηλό πλήθος, με συναρπαστική, αν και παλλόμενη απ' τη συγκίνηση φωνή, βγαλμένη κατευθείαν από την ψυχή ενός ολόκληρου λαού, αποχαιρετάει τον Τσε, τον Κομαντάντε, τον Φίλο...

Η απόδοση

Οι ρέιντζερς της Βολιβίας το 1967
Ενδεικτικά: Καλπάζει· το προτίμησα από το στηρίζει, βαστάζει, μεταφέρει. Η εικόνα του Τσε μες στους ανέμους και τα σύννεφα της Σιέρας με παρέπεμψε στον καλπασμό.

Αντί της πάμπας των δερμάτων του Γκιγιέν, προτίμησα το «σχήμα», στης μεγάλης πάμπας το πετσί, που είναι ταυτόχρονα η επιφάνεια της πάμπας, η φλούδα της, το πετσί της, το πετσί των γκάουτσος γελαδάρηδων, οργωμένα απ' τη δουλειά τους στην κατεργασία δερμάτων, κι απ' τους αγέρηδες.

Προτίμησα επίσης τον και ηχητικά όμοιο ντάβανο (ίδια λατινική ρίζα) αντί της αλογόμυγας, συγγενικό με το γνωστό μας οίστρο (αλλιώς βοϊδόμυγα).

Φωτεινή γενειάδα κι όχι (όπως αλλού) αραιά γένεια ή ανάρια γενειάδα.

Απαίσια γιορτή, τέλος, αντί του σημειολογικά μονοσήμαντου οργίου.

*

ΠΕΡΝΑΣ με την ξεθωριασμένη, σκισμένη,
   τρύπια σου στολή της μάχης.
Στη ζούγκλα σήμερα, σαν άλλοτε
στη Σιέρα. Μισόγυμνο
το δυνατό σου στέρνο, του λόγου και του 
   τουφεκιού,
μια θύελλα φωτιάς, κι αυτή τη σπίθα
   που φουντώνει.

Έχει ενδιαφέρον η σκηνή που συνθέτει ωσεί παρών ο ποιητής, και την οποία, χρόνια αργότερα, θα... επιβεβαιώσει ο Γκάρι Πράδο, ο λοχαγός που συνέλαβε τον Τσε, δίνοντας την εικόνα του εχθρού του, που θα έμενε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του:
«Ο Τσε είχε ένα εντυπωσιακό βλέμμα, κάτι μάτια φωτεινά, μαλλιά σχεδόν κόκκινα και αρκετά μακριά γένια. Φορούσε ένα μαύρο μπερέ, μια πενταβρώμικη στρατιωτική στολή, ένα μπλε σακάκι με κουκούλα και το στήθος του ήταν σχεδόν γυμνό, γιατί η ζακέτα του δεν είχε κουμπιά». [Βλέπε και Β' Μέρος].
*

Κι αν σ’ έκαψαν,
κι αν σ’ έχωσαν βαθιά κάτω απ το χώμα,
κι αν έκρυψαν τη στάχτη σου
σε κοιμητήρια, σε δάση και τυρφώνες,
δε θα μας εμποδίσουν να σε βρούμε,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

Αξίζει να θυμίσουμε από το βιβλίο των Μίκαελ Λόουη – Έλλης Αλεξίου, Ο Τσε Γκουεβάρα και ο Μαρξισμός (Μετάφραση – Εισαγωγή, Έλλης Αλεξίου - Ο μεγάλος γιος της Λατινικής Αμερικής, Εκδόσεις Καρανάση, Αθήνα 1977, σελ. XIII):
«Ο Τσε τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε στο σημείο που φέρει το όνομα Γιούρο (αν αλλάζαμε ένα γράμμα, θα διαβάζαμε «Γιούρα», φαίνεται πως και oι τόποι του μαρτυρίου συγγενεύουν μεταξύ τους...) [σ.Μπ.: Το φαράγγι του Τσούρο που ο Τσε και οι Κουβανοί το λένε Φαράγγι του Γιούρο, όπως μας πληροφορεί ο Τάιμπο ΙΙ]. Τον νεκρό Τσε μετέφεραν στη Λα Παζ. Επίσημες και έγκυρες [σ.Μπ.: βρισκόμαστε στα 1977] πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Τσε αμέσως ενταφιάστηκε, σε συνέχεια έγινε εκταφή του πτώματος, του κόπηκε το κεφάλι και δάχτυλα των χεριών του, κάηκε το πτώμα, και η τέφρα ενταφιάστηκε σε χώμα μυστικό, που έπρεπε να μείνει άγνωστο στις μάζες των οπαδών και φίλων του, για να μη μεταβληθεί σε τόπο προσκυνήματος» (υπογραμμίσεις Μποτίλιας).

Με τη φωνή του ποιητή




*

ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΝΘΟΣ
(Γενάρης - Φλεβάρης 1968, 8ο Έτος της Επανάστασης)

Ένα απλό λαϊκό ποίημα, για έναν πολυσύνθετο, αλλά κατά βάθος απλό και καθημερινό στη συνείδηση του κόσμου λαϊκό ήρωα. Ο Γκιγιέν στις αναμνήσεις του, όπως ξεδιπλώνονται στο βιβλίο του Περασμένες Σελίδες Οι Πίσω μου Σελίδες Páginas Vueltas) μας λέει ότι 
«το έργο αυτό εξυπηρέτησε το σκοπό του για να αφήσει τη μνήμη ενός αμιγώς ηρωικού λαϊκού ποιήματος, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο του». 
Η Κιθάρα είναι ένα τυπικό σον (τα λαϊκά τραγούδια των Αντιλλών), με στίχους επαναλαμβανόμενους,
«που σε κάθε νέα άρθρωση φορτίζονται με περισσότερο αίσθημα και νόημα και με κάποια "μουγγή" μουσικότητα και χορευτικότητα, αισθησιακή και θρησκευτική μαζί, σαν ένα ταμ ταμ που πλησιάζει απ' το βάθος...»,
όπως διαβάζουμε στο σημείωμα (του Ρίτσου κατά πάσα πιθανότητα) που βρίσκεται στο «αυτί» του Μεγάλου Ζωολογικού Κήπου.

Η απόδοση

Στην δική μου απόδοση κρατήθηκε πλήρως το μέτρο και ο ρυθμός του πρωτότυπου. Θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί ότι o στρατιωτάκος πρόκειται για την κουβανική... Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, τόσο στην ποιητική του φόρμα όσο και στη μελοποιημένη του έκφραση. Γραμμένο όλο σε τροχαϊκό 8σύλλαβο, όπως και το αγαπημένο ποίημα του Βάρναλη (ή όπως ο Εθνικός μας Ύμνος, αν και στα δυο αυτά οι στίχοι εναλλάσσονται με 7σύλλαβους), παραπέμπει αυθόρμητα στα δικά μας χωρικά ύδατα με τους στίχους
«Ξύπνα κι έχει ξημερώσει, / ... / Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει, / ο ήλιος κιόλας είναι πάνω / ... / που αδερφό δεν θα σκοτώσεις», 
οι οποίοι στον Μέντιο γίνονται 
«Μη χτυπάς τον αδερφό σου /.../ Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει / κι έχ’ η πλάση κοκκινίσει / κι άλλος ήλιος έχει βγει / σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη»,
οδηγώντας με στη συγκεκριμένη «απόδοση»-φόρο(υ) τιμής στον Μπάρμπα Κώστα, αντί της εκδοχής «όλη η πλάση έχει κινήσει» ή «κι έχει κόσμος πια κινήσει» (κατά λέξη: όλος ο κόσμος είναι ήδη στο πόδι), όπου ακόμα και σε αυτή την περίπτωση το... τετράποδο «θύμα» θα ήταν πάλι παρόν!

Ο Γκιγιέν στο Γυρίζοντας Σελίδες λέει ότι ήξερε πως αυτή η 8σύλλαβη σύνθεση θα ήταν εύκολο να μελοποιηθεί. Και πράγματι· λίγο αργότερα ο Ισπανός Πάκο Ιμπάνιεθ θα ντύσει με τη μουσική της δικής του κιθάρας την πένθιμη κιθάρα του Ποιητή και θα την παρουσιάσει στο ιστορικό πια ρεσιτάλ του στο Θέατρο Ολυμπιά στο Παρίσι. Μια δεύτερη μελοποίηση έχει γίνει το 1965 από τον Κουβανό συνθέτη Harold Gramatges στο έργο του Guitarra en Duelo Mayor. Coro mixto a cuatro voces (Τετράφωνη μικτή χορωδία). Γι αυτό, δυστυχώς, δεν βρήκα... γιουτούμπι.

Με τη φωνή και την κιθάρα του Πάκο Ιμπάνιεθ

Parìs, Francia. 02-12-1969, Paco Ibañez. Nicolás Guillén: "Soldadito Boliviano"

*

Texto: Nicolás Guillén
Música: Paco Ibáñez
Guitarras y voz: Paco Ibáñez y Mario Mas
13/02/2014 Instituto Francés de Barcelona

*

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
(1969)

Είναι αυτό, από τα τέσσερα ποιήματα για τον Τσε, που ικανοποίησε περισσότερο τον εθνικό ποιητή της Κούβας, τόσο για το δραματικό του περιεχόμενο όσο και για τη σύγχρονη κατασκευή του, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζει τη σημασία που είχε γι' αυτόν ο συναισθηματικός αποχαιρετισμός στον Μεγάλο Φίλο.

Πρόκειται για την ανάγνωση του Ημερολογίου Βολιβίας και για το συγκλονιστικό του φινάλε που αφήνει άφωνο τον ποιητή, έτσι που να μην ξέρει «σε ποια μεριά του ανέμου» να στρέψει το βλέμμα του. Δυο τρεις στίχους πιο πριν έχουμε αγγίξει, μυρίσει, ακούσει μαζί του το άσθμα του Τσε στην τελευταία δραματική του πορεία. Αγγίζοντας πέτρα, λάσπη, αίμα, τσιμπούρι, δίψα, κάτουρo, άσθμα...
Κι αυτός ο καλπασμός του επερχόμενου θανάτου δεν πρόκειται ποτέ ποτέ να πάρει απ' την ψυχή μας το ποδοβολητό του.

Αντί άλλου σχολίου μεταφέρω την τελευταία σελίδα του Ημερολογίου την οποία έχω πλέον αποστηθίσει (υπογραμμίζω τα σημεία που αναφέρονται στο ποίημα):
(Σάββατο) 7 Οκτώβρη (1967)
   Πέρασαν 11 μήνες από τότε που αρχίσαμε τ' αντάρτικο, χωρίς βουκολικά μπερδέματα, μέχρι τις 12 και 30' η ώρα, που μια γριά ήρθε να φυλάξει τα κατσίκια της ατό φαράγγι πού καταυλιστήκαμε και αναγκαστήκαμε να την πιάσουμε. Η γυναίκα δεν μας έδινε κανένα αξιόπιστο νέο σχετικά με τους στρατιώτες, απαντούσε μονότονα πως δεν ήξερε τίποτα, πως είχε πολύ καιρό να περάσει από κει. Μας έδωσε όμως πληροφορίες για τούς δρόμους. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, φαίνεται πως είμαστε σχεδόν μια λεύγα από το Χιγκέρας, μιά λεύγα από το Χαγκιουέϊ και κοντά δυο λεύγες από την Πουκάρα. Στις 5 και 30' μ.μ., ο Ίντι, Ανιθέτο και ο Παμπλίτο, πήγαν στο σπίτι της γριάς, που έχει μια κόρη έγκυο, σχεδόν νάνο. Της δώσανε 50 πέζος λέγοντάς της να μην πει λέξη σε κανέναν, αλλά χωρίς μεγάλες ελπίδες ότι θα κρατήσει τον λόγο της. Ξεκινήσαμε, μ' ένα αδύναμο φως του φεγγαριού. 
Η πορεία ήταν πολύ κοπιαστική και επιπλέον αφήναμε πολλά ίχνη στο φαράγγι, που ναι μεν δεν είχε σπίτια κοντά, αλλά είχε χωράφια με πατάτες που τα πότιζαν με αυλάκια νερού που έρχονταν από το χείμαρρο. Σε δυο ώρες σταματήσαμε για να ξεκουραστούμε, γιατί δεν άξιζε πια τον κόπο να συνεχίσουμε να προχωρούμε. Ο Ελ Τσίνο γίνεται πραγματικά βάρος όταν πρέπει να περπατά τη νύχτα.
   Ο Στρατός έδωσε μια γελοία πληροφορία για την παρουσία 250 ανδρών στο Σερράνο, που οφείλουν να μποδίσουν την διαφυγή των κυκλωμένων γκουεριλλιέρος, 37 τον αριθμό, και καθορίζει την περιοχή πού έχουμε καταφύγει ανάμεσα στον Αθέρο και το Όρο.
Το νέο φαίνεται ν' αποσκοπεί σε παραπλάνηση.
Υψόμετρο: 2.000 μέτρα.


Eδώ τελειώνει το 'Ημερολόγια του ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΟΥΕΒΑΡΑ.
(ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΒΟΛΙΒΙΑΣ, Πρόλογος Φιντέλ Κάστρο, Μετάφραση Φ. Κομνηνού, Εκδόσεις Καρανάση, Αθήνα 1977, σ. 228)
Η απόδοση

Η Κυριακάτικη Ανάγνωση είναι μια χαλαρή ακανόνιστη Silva (η λεγόμενη και Ισπανική Στροφή, αποτελούμενη από 11σύλλαβους και 7σύλλαβους, ρυθμικούς στην πλειοψηφία τους στίχους, χωρίς καθορισμένη σειρά ή ρίμα και χωρίς σταθερό αριθμό σειρών).
«...και λέω ακανόνιστη ‒σημειώνει ο Γκιγιέν στα απομνημονεύματά του‒, επειδή ο 7σύλλαβος και 11σύλλαβος στίχος του ποιήματος ακολουθεί τον τρόπο τού [α λα μανιέρ ντε] Garcilaso de la Vega [Ισπανός ποιητής και στρατιωτικός. 1501, Τολέδο, Ισπανία - 14 Οκτ. 1536, Νίκαια, Γαλλία] και των ποιητών, εν γένει, της Χρυσής Εποχής, κατά την περίοδο της ισπανικής επιρροής στη λογοτεχνία. Πρόκειται για σύγχρονη Silva, με ελεύθερη κίνηση, που κάνει το έργο του ποιητή λιγότερο αυστηρό και καταθλιπτικό...»
Στην παρούσα μετάφραση - απόδοση κρατάω την ίδια χαλαρότητα, με περισσότερους ίσως 7σύλλαβους.

Και διατηρώ τη γραφή Ανιθέτο, αντί Ανισέτο, μνήμη από την πρώτη μου ανάγνωση του Ημερολογίου στην προαναφερόμενη έκδοση.


Με τη φωνή του ποιητή


Μπ. Ζ.
4 Σεπτεμβρίου - 9 Οκτωβρίου 2015


_____________________

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Τα γεγονότα μέσα από τους στίχους

1.

SÁBADO, 7 OCTUBRE


Το διάβασμα τελειώνει, / να στρέψω αλλού το βλέμμα / σε ποια μεριά του ανέμου;
   Se cumplieron los 11 meses de nuestra inauguración guerrillera sin complicaciones, bucólicamente, hasta las 12.30 hora en que una vieja200, pastoreando sus chivas entró en el cañón en que habíamos acampado y hubo que apresarla. La mujer no ha dado ninguna noticia fidedigna sobre los soldados, contestando a todo que no sabe, que hace tiempo que no va por allí. Sólo dio información sobre los caminos; de resultas del informe de la vieja se desprende que estamos aproximadamente a una legua de Higueras y otra de Jagüey y unas 2 de Pucará. A las 17.30, Inti, Aniceto y Pablito fueron a casa de la vieja que tiene una hija postrada y una medio enana; se le dieron 50 pesos con el encargo de que no fuera a hablar ni una palabra, pero con pocas esperanzas de que cumpla a pesar de sus promesas. Salimos los 17 con una luna muy pequeña y la marcha fue muy fatigosa y dejando mucho rastro por el cañón donde estábamos, que no tiene casas cerca, pero sí sembradíos de papa regados por acequias del mismo arroyo. A las 2 paramos a descansar, pues ya era inútil seguir avanzando. El Chino se convierte en una verdadera carga cuando hay que caminar de noche.
   El Ejército dio una rara información sobre la presencia de 250 hombres en Serrano para impedir el paso de los cercados en número de 37 dando la zona de nuestro refugio entre el río Acero y el Oro. La noticia parece diversionista.
h = 2.000 ms.
Γκεβάρα ο γκάουτσο· ο Αργενίνος και Κουβάνος· ο Φίλος Κομαντάντε που θα ξαναγεννηθεί όταν θελήσουμε να πεθάνουμε για να ζήσουμε όπως πέθανε αυτός, όταν αποφασίσουμε να ζήσουμε όπως ζει αυτός...

2.

O Γκάουτσο

Ο Τσε στη Γουατεμάλα το 1954
Μπορούμε να πούμε πως η επαναστατική, αντάρτικη δράση του Τσε άρχισε από τη Γουατεμάλα. Έζησε από κοντά τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης της χώρας αυτής, στη μεγίστη πλειοψηφία της δημοκρατικής, και τις εγκληματικές ενέργειες του στρατοκράτη Καστίλλο Αρμάς, που βοηθούμενος από τους Αμερικανούς, κατέπνιξε το ξεσήκωμα του λαού της Γουατεμάλας. Παρόμοια γεγονότα είχαν προηγηθεί στό Καρακάς.
Απ’ τη φριχτή εγκατάλειψη της μπανανοφυτείας...

Ντιέγκο Ριβέρα, Gloriosa Victoria (Λαμπρή Νίκη, 1954), τέμπερα σε καμβά, 2,6 x 4,5 μ, Μουσείο Πούσκιν. Το πραξικόπημα του 1954 στη Γουατεμάλα (σημ.Μπ.: οι ΗΠΑ με τη CIA προετοίμαζαν από καιρό την αντιμετώπιση του Αρμπένθ από το Επαναστατικό Κόμμα Δράσης, που είχε και τη στήριξη του ΚΚ Γουατεμάλας- τον οποίον θεωρούσαν μεγάλη κομμουνιστική απειλή στην Κεντρική Αμερική).
Στο κέντρο του πίνακα, ο υπουργός Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες ανταλλάσσει χειραψία με τον Κάρλος Καστίγιο Αρμάς (σημ.Μπ.: εγκάθετος της CIA που ανέτρεψε τον Αρμπένθ). Ο Διευθυντής της CIA, Άλλεν Ντάλλες (με την τσάντα) και ο Αμερικανός Πρέσβης στη Γουατεμάλα, Τζων Πιουριφόυ (σημ.Μπ.: αμέσως μετά την τριετή θητεία του στην Ελλάδα, 1950-1953, ο καλύτερος φίλος του Παπάγου και του διαδόχου του, του Εθνάρχα) λαδώνουν τους Γουατεμαλέζους αξιωματικούς του Στρατού, ενώ οι ντόπιοι σκλάβοι γεμίζουν με μπανάνες τα πλοία της UFCO. Μπροστά στον Πρέσβη, μια ανθρωπόμορφη βόμβα με το χαμογελαστό πρόσωπο του Αϊζενχάουερ. Δεξιά (μαύρος κι άραχνος) ο αρχιεπίσκοπος Ροσέλ υ Αρελάνο (σημ.Μπ.: πράκτορας της... ΘΙΑ -Θεία Intelligence Agency- συνέβαλε αποφασιστικά με τα αντικομμουνιστικά του κηρύγματα στην ανατροπή του Αρμπένθ) δίνει τις ευλογίες του πάνω από τα πτώματα των σφαγιασμένων εργατών.
Προσθήκες πληροφοριών από Μποτίλια
Η ψυχή του Γκουεβάρα έβλεπε, βασανιζόταν και αποθήκευε πικρίες και τύψεις. Αλλά στη Γουατεμάλα δεν είχε μείνει με δεμένα χέρια. Όλο το 1954 έζησε από πρώτο χέρι το δράμα της Γουατεμάλας. Αντάρτης, παράνομος, κυνηγημένος και καταζητούμενος. ‒Είχε ελπίσει και σε έγκαιρη αποστολή όπλων, που δεν πραγματοποιήθηκε.
Από αριστερά; Σοφοκλής Βενιζέλος (Κλικλής για τους παλιούς), ο Γουατεμάλας Πιουριφόυ, ο Στρατάρχας, ο Εθνάρχας κι ο Ελευθερόφρων του Δόγματος Τρούμαν, για «βοήθεια» στη χώρα μας, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Αμήν!
...Σε μια λαμπρή ψυχή

Μεξικό, 1956. Ο Φιντέλ και ο Τσε στη φυλακή Miguel Ε Schultz, μετά τη σύλληψή τους. Το κοινό κελί και η απαρχή της καθοριστικής αδερφικής σχέσης. «Ένας νεαρός Κουβανός ηγέτης με προσκάλεσε να προσχωρήσω στο κίνημά του, που αφορά την ένοπλη απελευθέρωση της πατρίδας του. Εγώ, φυσικά, δέχτηκα». (Τσε: Γράμμα στον πατέρα του). «Ο Γκεβάρα είχε τότε έναν μποέμικο αέρα, ένα χιούμορ πλούσιο, προκλητικό και αργεντίνικο, κυκλοφορούσε δίχως πουκάμισο, ήταν κάπως ναρκισιστής, σταρένιος στο χρώμα, μετρίου αναστήματος, με δυνατή μυϊκή διάπλαση, με την πίπα και το μάτε του. Αθλητικός και ασθματικός, ενάλλασσε τον Στάλιν με τον Μπωντλέρ και την ποίηση με τον Μαρξισμό». (Κάρλος Φράνκι: Κούβα, η βίβλος των 12. Μεξικό, 1966) [Βλ. και Μποτίλια]
Όταν καταπνίγηκε κάθε λαϊκή αντίσταση, ο Τσε πέρασε στο Μεξικό. Όχι βέβαια για να εγκαταλείψει τα όνειρά του, και να αλλάξει γραμμή πορείας, αλλά αντίθετα για να πλουτίσει τις γνώσεις του και να συμπληρώσει τις ελλείψεις του, που η επαναστατική δράση του στη Γουατεμάλα του τις είχε αποκαλύψει. Στο Μεξικό με μια ομάδα συναγωνιστών επιδόθηκαν σε εντατικές στρατιωτικές ασκήσεις. Μέσα σε αυστηρή συνωμοτικότητα και παρανομία ασκούνταν στη σκοποβολή, στη χρήση ποικίλων όπλων κλπ. προετοιμάζοντας ένα μελλοντικό αντάρτικο. Εκεί, στο Μεξικό, εντελώς τυχαία και απρόσμενα, έγινε η πρώτη συνάντηση των δύο μεγάλων: Του Τσε και του Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν τέτοιες καταπληκτικές συμπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, που μοιάζουν με ενσυνείδητες επεμβάσεις μυστικών δυνάμεων.
(Μίκαελ Λόουη – Έλλης Αλεξίου, ό.π.π., σσ. IV-V)

3.

Φίλος σου ήτανε στη φτώχεια

Βολιβιάνε στρατιωτάκο

1967. Κρατούμενος στο σχολείο.
Στη μοναξιά του δωματίου, ο Τσε ζητάει από τους φρουρούς του να του επιτρέψουν να μιλήσει με τη δασκάλα του σχολείου, τη Χούλια Κορτές. Εκείνη θα πει αργότερα πως ο Τσε της είπε:

‒Εσείς, λοιπόν, είστε η δασκάλα. Ξέρετε ότι δεν έχετε βάλει τόνο στο έφιλον της λέξης «ξέρω» στη φράση «τώρα ξέρω να διαβάζω»; και της δείχνει τον πίνακα. Στην Κούβα, βέβαια, δεν υπάρχουν σχολεία σαν χι αυτό. Για μας αυτό θα ήταν φυλακή. Πώς μπορούν να μορφώνονται εδώ τα παιδιά των χωρικών; Είναι πέρα για πέρα αντιπαιδαγωγικό.


‒Η χώρα μας είναι φτωχή.

‒Αλλά οι υπάλληλοι της κυβέρνησης και οι στρατηγοί έχουν αυτοκίνητα Μερσέντες κι ένα σωρό άλλα πράγματα... Έτσι δεν είναι; Ενάντια σ' αυτό πολεμάμε εμείς.
‒Ήρθατε από πολύ μακριά για να παλέψετε στη Βολιβία.
‒Είμαι επαναστάτης κι έχω πάει σε πολλά μέρη.
‒Ήρθατε να σκοτώσετε τους στρατιώτες μας.
‒Κοιτάξτε, στον πόλεμο ή κερδίζει κανείς ή χάνει.
[...]

Το μεσημέρι ο Τσε ζητάει να του επιτρέψουν να μιλήσει και πάλι με τη δασκάλα. Εκείνη δε θέλει, φοβάται.

[...]

Αργότερα το πρωί, ο Αγιορόα ζήτησε μεταξύ των ρέιντζερς εθελοντές για το έργο του δήμιου. Ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν ζήτησε να τον αφήσουν να σκοτώσει τον Τσε. Ένας στρατιώτης θυμάται: «Το επιχείρημά του ήταν ότι από το λόχο Β είχαν σκοτωθεί τρεις άντρες με το όνομα Μάριο και ότι προς τιμήν τους έπρεπε να του παραχωρήσουν το δικαίωμα να σκοτώσει τον Τσε». Ήταν μισομεθυσμένος. Ο λοχίας Μπερναρδίνο Ουάνκα προσφέρθηκε να δολοφονήσει τους συντρόφους του Τσε.

Μετά τη 1.00 το απόγευμα, ο Τεράν, ένας άντρας μετρίου αναστήματος, όχι πάνω από 1,60, πλακουτσομύτης, γύρω στα 65 κιλά, μπήκε στο δωματιάκι του σχολείου όπου βρισκόταν ο Τσε, κρατώντας στα χέρια του ένα Μ2 που του είχε δανείσει ο υπαξιωματικός Πέρες. Στο διπλανό δωμάτιο ο Ουάνκα γάζωνε με τις σφαίρες του τον Τσίνο και τον Σιμόν.

Ο Τσε ήταν καθισμένος σ' έναν πάγκο, με τους καρπούς των χεριών του δεμένους και την πλάτη του ν' ακουμπάει στον τοίχο. Ο Τεράν διστάζει, κάτι λέει, ο Τσε τού απαντάει:

Μη νιώθεις άσχημα. Ήρθες για να με σκοτώσεις.

Ο Τεράν κάνει μια κίνηση να φύγει, αλλά τελικά ρίχνει την πρώτη ριπή σαν απάντηση σε μια φράση που μετά από τριάντα περίπου χρόνια λένε ότι είπε ο Τσε: Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις.

Ο στρατιωτάκος Τεράν
«Όταν έφτασα, ο Τσε ήταν καθισμένος σ’ έναν πάγκο. Με το που με είδε, είπε: Ήρθατε για να με σκοτώσετε. Εγώ δεν τόλμησα να του ρίξω και τότε εκείνος μου είπε: Ηρεμήστε, έναν άντρα θα σκοτώσετε. Τότε έκανα ένα βήμα πίσω, προς το κατώφλι της πόρτας, έκλεισα τα μάτια και του έριξα την πρώτη ριπή. Ο Τσε έπεσε στο πάτωμα με τα πόδια διαλυμένα, συσπάστηκε και άρχισε να αιμορραγεί βαριά. Εγώ ξαναβρήκα το κουράγιο μου και του έριξα τη δεύτερη ριπή, που τον βρήκε στο βραχίονα, στον ώμο και στην καρδιά».

Λίγο αργότερα ο υπαξιωματικός Κάρλος Πέρες μπαίνει στο δωμάτιο και ρίχνει έναν πυροβολισμό στο πτώμα. Δε θα είναι ο μόνος, καθώς και ο στρατιώτης Καμπέρο θα πυροβολήσει τον Τσε, για να εκδικηθεί το θάνατο του φίλου του Μανουέλ Μοράλες.

Οι διάφορες μαρτυρίες φαίνονται να συμφωνούν όσον αφορά την ώρα του θανάτου του Τσε Γκεβάρα: Ήταν περίπου 1.10 το απόγευμα της 9ης Οκτωβρίου του 1967.

Η δασκάλα φωνάζει στους φονιάδες.

Ένας δομινικανός ιερέας από μία κοντινή ενορία προσπάθησε να φτάσει εγκαίρως για να μιλήσει με τον Ερνέστο Γκεβάρα. Ο ιερέας Ρότζερ Σίλερ διηγείται:
 

«Όταν έμαθα ότι ο Τσε ήταν αιχμάλωτος στην Ιγέρα, βρήκα ένα άλογο και ξεκίνησα για εκεί. Ήθελα να τον εξομολογήσω. Ήξερα ότι είχε πει: Είμαι χαμένος. Ήθελα να του πω:
» ‒Δεν είστε χαμένος. Ο Θεός εξακολουθεί να πιστεύει σ' εσάς.»
Στο δρόμο συνάντησα έναν αγρότη, που μου είπε:
» ‒Μη βιάζεστε, πάτερ. Τον σκότωσαν ήδη». 


Να πρόκειται άραγε για τον υπαξιωματικό Τεράν;
Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια αργότερα ο συνταγματάρχης Αράνα, αρχηγός τότε του G2 του βολιβιανού στρατού, θα δώσει στη δημοσιότητα τρεις φωτογραφίες: Σε μία από αυτές δύο κακοντυμένοι στρατιώτες, έφηβοι σχεδόν, σημαδεύουν με τα τουφέκια τους το πτώμα του Τσε στο μισοσκόταδο του δωματίου. Μια δεύτερη φωτογραφία δείχνει έναν τρίτο στρατιώτη (να πρόκειται άραγε για τον υπαξιωματικό Τεράν;) καθισμένο ανακούρκουδα δίπλα στο πτώμα' φαίνεται σαν να αγγίζει τα μαλλιά του νεκρού με το δεξί του χέρι. Η τρίτη φωτογραφία δείχνει τους δύο πρώτους στρατιώτες να εξετάζουν το πτώμα. Δεν είναι φωτογραφίες θριαμβευτών κυνηγών με τη λεία τους, αλλά μάλλον ντροπαλών και αιφνιδιασμένων εκτελεστών που δε θέλουν να κοιτάξουν το φακό.
 

Κατά τις 4.00 το απόγευμα ο λοχαγός Γκάρι Πράδο επιστρέφει στο χωριό μετά την τελευταία επιδρομή των ρέιντζερς στα κοντινά φαράγγια. Μπαίνοντας στην Ιγέρα, πληροφορείται από τον ταγματάρχη Αγιορόα ότι ο Τσε έχει εκτελεστεί. Ο Πράδο εκφράζει τη δυσαρέσκειά του. Εκείνος τον είχε πιάσει ζωντανό. Περίπου διακόσιοι χωρικοί είναι μάρτυρες του γεγονότος ότι ο Τσε μπήκε περπατώντας στην Ιγέρα. Ετοιμάζονται να μεταφέρουν τη σορό με το ελικόπτερο. Ο Πράδο του δένει τη γνάθο με ένα μαντίλι για να μην παραμορφωθεί το πρόσωπο του.
 
Το ελικόπτερο με τη σορό του Τσε δεμένη στο πέδιλο
Ένας πλανόδιος φωτογράφος απαθανατίζει τους στρατιώτες που στέκονται γύρω απ' το πτώμα, το οποίο βρίσκεται σε ένα φορείο. Πρόκειται για φωτογραφίες γιορτινές, επαρχιώτικες, το μόνο που τους λείπει είναι τα χαμόγελα. Σε μία φωτογραφία φαίνονται ο Πράδο, ο ιερέας Σίλερ και η δόνια Νίνφα πλάι στο πτώμα.
 
Ο ιερέας μπαίνει στο σχολείο, δεν ξέρει τι να κάνει, μαζεύει τα φυσίγγια και τα φυλάει κι ύστερα στρώνεται να καθαρίσει τους λεκέδες απ' το αίμα. Θέλει να καθαρίσει εν μέρει εκείνη την τρομερή αμαρτία που είχαν διαπράξει σκοτώνοντας έναν άνθρωπο μέσα σ' ένα σχολείο.
 

Στον Μάριο Τεράν είχαν υποσχεθεί ένα ρολόι κι ένα ταξίδι στο Γουέστ Πόιντ για να παρακολουθήσει έναν κύκλο μαθημάτων για υπαξιωματικούς. Οι υποσχέσεις δε θα πραγματοποιηθούν.
 

Το ελικόπτερο ανυψώνεται έχοντας δεμένο στα πέδιλά του το πτώμα του Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστού και ως Τσε.
(Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, ό.π.π. σσ. 920-923)

Η τελευταία φωτογραφία

Ο Αμερικάνος στρατιωτάκος Φέλιξ Ροδρίγκες (αριστερά)
Για πολλά χρόνια επικρατούσε η άποψη ότι η τελευταία φωτογραφία του Τσε εν ζωή ήταν αυτή που τον δείχνει στην πόρτα του σχολείου της Ιγέρα, πλάι στον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροδρίγκες. Το 2002 όμως είδαν το φως της δημοσιότητας άλλες τρεις φωτογραφίες, που υπάρχουν στο βιβλίο του συνταγματάρχη Αράνα, η μία από την ίδια εκείνη σειρά και οι άλλες δυο τραβηγμένες αργότερα, την ώρα που ο Τσε αναπαύεται καθισμένος στο πάτωμα του μικρού σχολείου.
(Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, ό.π.π. σ. 1087)
 


4.

Δε θα μας εμποδίσουν να σε βρούμε

Στο σημείο αυτό ‒συμπληρωματικά με την τελευταία σελίδα του Ημερολογίου‒ έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε και τα στοιχεία που δίνει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά τη σύλληψη του Τσε και αναφέρονται στην προσπάθεια εξαφάνισης του σώματος του, και τα οποία σχετίζονται άρρηκτα με τα ποιήματα του Γκιγιέν (σε επόμενη ανάρτηση θα επανέλθουμε εκτενέστερα στο χρονικό των τελευταίων ημερών).

Σήμερα, λοιπόν, από τον Τάιμπο μαθαίνουμε:

Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα.

Το πτώμα που εξαφανίστηκε

«Ο Τσε του Μαντένια» φωτογραφημένος από τον Αλμπόρτα
«Στο πρακτικό της νεκροψίας αναφέρονται εννιά (9) πληγές από σφαίρες: δυο (2) στα πόδια, η μία στο ύψος του τριτημορίου της δεξιάς γάμπας και η άλλη επιφανειακή, στο τριτημόριο του αριστερού μηρού· δύο (2) ακόμα στην περιοχή της κλείδας, δύο (2) στα πλευρά και μία (1) στο θώρακα. Ο θάνατός του αποδίδεται «στα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία». 

Αλλά ένας αξιωματικός του στρατού είχε μετρήσει μπροστά στους δημοσιογράφους δέκα (10) τραύματα, ένα παραπάνω από ό,τι στο πρακτικό, το οποίο μάλιστα ήταν στο λάρυγγα και δεν αναφέρεται στη νεκροψία. Η ανακολουθία περνά απαρατήρητη εκείνες τις πρώτες στιγμές, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τα ταύματα στο στήθος ήταν θανατηφόρα, πράγμα που σημαίνει ότι, εάν η νεκροψία ήταν σωστή, ο Τσε δεν μπορούσε να έχει συλληφθεί ζωντανός αν και βαριά πληγωμένος και να έχει μεταφερθεί ζωντανός ακόμα στην Ιγέρα, όπως είχε ειπωθεί στη δεύτερη συνεέντευξη Τύπου, και με το τραύμα στο λάρυγγα δε θα μπορούσε βέβαια σε καμία περίπτωση να έχει μιλήσει με αυτούς που τον έπιασαν. Αρχίζει να φαίνεται η τσαπατουλιά του βολιβιανού στρατού. Συνεννοήθηκαν να τον εκτελέσουν, αλλά όχι και για το πώς θα εξηγούσαν το θάνατό του.

Χανς Χολμπάιν ο νεότερος, Το σώμα του νεκρού Χριστού (1520-1522)
 
Εκκρεμεί ακόμα ένα καθήκον  για τους στρατιωτικούς: Να αποφασίσουν τι θα κάνουν το πτώμα. Στις 10 το πρωί της 10ης Οκτωβρίου ήρθε ένα τηλεγράφημα από τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, το στρατηγό Χουάν Χοσέ Τόρες: «Λείψανο του Γκεβάρα πρέπει αποτεφρωθεί και στάχτες εξαφανιστούν». Αλλά δεν μπορεί κανείς να εξαφανίσει ένα πτώμα χωρίς πρώτα να έχει γίνει η οριστική του αναγνώριση. Πιο επικίνδυνο κι απ' τον τάφο του Τσε είναι το φάντασμα του Τσε. Ο Οβάνδο προτείνει να του κόψουν το κεφάλι και τα χέρια και να τα βαλσαμώσουν, για να μπορέσουν αργότερα βάσει αυτών να προβούν σε μία αναγνώριση που να μην αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Ο πράκτορας της CIA Φέλιξ Ροδρίγκες προσπαθεί να πείσει τον Οβάνδο ότι τα χέρια αρκούν για να γίνει η αναγνώριση μέσω των δακτυλικών αποτυπωμάτων και ότι η κυβέρνηση της Βολιβίας θα φαινόταν στα μάτια του κόσμου σαν μία φυλή βαρβάρων εάν του έκοβαν το κεφάλι.

Γίνεται και πάλι μία επέμβαση στο νοσοκομείο. Η τεταμένη ατμόσφαιρα και ο σφαγιασμός του πτώματος πέφτουν πολύ βαριά σ' έναν από τους γιατρούς, το δόκτορα Μαρτίνες Κάσο, που μεθάει. Εκείνος που θα κόψει τα χέρια του πτώματος από τους καρπούς και κάτω και θα τα βάλει σε ένα κυλινδρικό δοχείο με φορμόλη θα είναι ο γιατρός Αμπραάμ. Φτιάχνουν επίσης κι ένα εκμαγείο από το πρόσωπο του, αλλά, σύμφωνα με τη μαρτυρία της νοσοκόμας Σουσάνα Οσινάγκα, «φτιάχνοντας το εκμαγείο από κερί, του κατέστρεψαν το πρόσωπο».

Κατά τις τρεις τα ξημερώματα της 11ης Οκτωβρίου, ο συνταγματάρχης Σεντένο και ο αντισυνταγματάρχης Σέλιτς, οι δύο υπεύθυνοι της επιχείρησης, αναθέτουν στο λοχαγό Βάργας Σαλίνας, στον άνθρωπο που πριν από ένα μήνα είχε εξοντώσει με ενέδρα την αντάρτικη ομάδα του Βίλο Ακούνια, να κανονίσει τι θα γίνει με το πτώμα του Τσε, καθώς επίσης και με τα πτώματα των Πάτσο Μόντες ντε Όκα, Όλο Παντόχα, Σιμόν Κούμπα, Ανισέτο, Τσίνο Τσανγκ και Ρενέ Μαρτίνες Ταμάγιο· πρόκειται συνολικά για εφτά πτώματα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπάρξει τάφος του Τσε σε κάποια τοποθεσία που να μπορεί να γίνει γνωστή, δεν πρέπει να υπάρχει στη Βολιβία τόπος όπου να μπορεί κανείς να αποδώσει τιμές στον νεκρό και στους συντρόφους του. Αρχικά συζητιέται το θέμα της αποτέφρωσης, αν και ένας από τους γιατρούς είχε εξηγήσει στους στρατιωτικούς πόσο δύσκολο είναι να αποτεφρώσει κανείς ένα πτώμα χωρίς να διαθέτει κρεματόριο.


Ρέμπραντ, Μάθημα Ανατομίας, 1632
Παρά τις προφυλάξεις που παίρνουν, ένας γέροντας που δουλεύει απέναντι από το νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα θα προσέξει τις ενέργειες τους μες στο σκοτάδι και δέκα χρόνια αργότερα θα πει στο δημοσιογράφο Γκι Γκουιλιέτα τι είχε δει:

‒ Έβαλαν το πτώμα του στο παλιό πλυσταριό και ύστερα το έβγαλαν από κει μαζί με τ' άλλα. Το πήραν εκείνη τη νύχτα με ένα μεγάλο φορτηγό του στρατού. Έριξαν τα πτώματα στο φορτηγό κι έφυγαν.

‒ Πού πήγε το φορτηγό;
‒ Ποιος ξέρει;

Αλλά ο δημοσιογράφος Έρβιν Τσακόν της Πρεσένσια, που δεν είχε προσκληθεί στη γιορτή που παρέθεσε ο Οβάνδο για τους στρατιωτικούς στο καζίνο του Βαγεγκράντε εκείνη τη νύχτα, έχει μια ιδέα, αν και κάπως ακαθόριστη. Είχε φυλάξει σκοπός έξω από το νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα και μπόρεσε να ακολουθήσει τα ίχνη του φορτηγού μέχρι το κοντινό στρατόπεδο. Εκεί χάνονται τα ίχνη. Ξέρει επίσης ότι ο Σέλιτς και ο Βάργας είναι οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει τη βρώμικη δουλειά της μυστικής ταφής, της εξαφάνισης του πτώματος του Τσε.

Το πτώμα είχε μεταφερθεί με ένα φορτηγό μέχρι το στρατόπεδο του συντάγματος Πάνδο στο Βαγεγκράντε. Εκεί το νυχτερινό απόσπασμα των νεκροθαφτών βρήκε τέσσερα ντεπόζιτα βενζίνης έτοιμα για την αποτέφρωση των πτωμάτων, παρά την προειδοποίηση των γιατρών, αλλά ξημέρωνε ήδη η 11η Οκτωβρίου και ο λοχαγός Βάργας προτίμησε τελικά έναν κρυφό ενταφιασμό. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι γίνονταν κάτι έργα σε μιαν άκρη του στρατοπέδου και πλάι στο αεροδρόμιο, οι νεκροθάφτες πέταξαν τα πτώματα σε μια τρύπα και τα σκέπασαν με χώμα με ένα ανατρεπόμενο φορτηγό. 
 
Ο Ρενέ Μπαριέντος ενημερώνει τη χώρα. Αριστερά ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Αλφρέδο Οβάνδο
Όσον αφορά την κοινή γνώμη, το πτώμα έχει εξαφανιστεί. Απ' αυτή τη στιγμή κι έπειτα οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του στρατού της Βολιβίας θ' αρχίσουν ένα γαϊτανάκι αντικρουόμενων και γελοίων δηλώσεων όσον αφορά το τι απέγινε το πτώμα του Τσε. Ενώ ο Τόρες έλεγε ότι είχε αποτεφρωθεί, ο Οβάνδο μιλούσε για κρυφό ενταφιασμό και ο Μπαριέντος το επιβεβαίωνε, πράγμα που υποχρέωσε τον Τόρες να διορθώσει τις δηλώσεις του λέγοντας ότι πρώτα είχε αποτεφρωθεί και μετά είχε ενταφιαστεί.

Στις 13 Οκτωβρίου, στις 6.15, ο Λίντον Τζόνσον λαμβάνει ένα υπόμνημα από τον Ρόστοου: «Κύριε πρόεδρε, μου λένε ότι ρωτήσατε τον Κόβεΐ Ολίβιε αν είναι αλήθεια ότι οι Βολιβιανοί αποτέφρωσαν το πτώμα του Τσε Γκεβάρα. Η CIA είπε στο κυβερνητικό κλιμάκιο ότι πράγματι έτσι έγινε».

Μία μέρα μετά την ταφή τρεις επιθεωρητές της αστυνομίας της Αργεντινής πραγματοποιούν ελέγχους όσον αφορά τον γραφικό χαρακτήρα στα ημερολόγια και παίρνουν δακτυλικά αποτυπώματα από τα χέρια που διατηρούνται στο δοχείο με τη φορμόλη. Τα αποτελέσματα της αναγνώρισης είναι τελικά θετικά συγκρινόμενα με παλιότερα έγγραφα ταυτότητας.

Ο Ρομπέρτο Γκεβάρα, ο αδερφός του Τσε, εμφανίζεται στη Σάντα Κρους συνοδευόμενος από μία ομάδα δημοσιογράφων για να πάρει τη σορό του αδερφού του («Πήγαμε στη Βολιβία με αεροπλάνο, με ένα αεροπλάνο που το είχαν κλείσει δημοσιογράφοι, γιατί δεν είχα χρήματα»), αλλά το μόνο που παίρνει είναι υπεκφυγές και αντιφατικές πληροφορίες από μέρους των στρατιωτικών. Υπάρχει μια φωτογραφία του Ρομπέρτο στη Σάντα Κρους, με σακάκι και ασορτί γιλέκο. Φαίνεται σαστισμένος, σαν να μην ξέρει κατά πού να κοιτάξει.
 

Οι φήμες σχετικά με το εξαφανισμένο πτώμα ξεπερνούν κάθε φαντασία. Ο Μεξικανός δημοσιογράφος Χοσέ Νατιβιδάδ Ροσάλες διαβεβαίωνε ότι το πτώμα βρισκόταν θαμμένο στο στρατόπεδο της Λα Εσπεράνσα, όπου είχαν εκπαιδευτεί οι ρέιντζερς, σε ένα φέρετρο με γυάλινο καπάκι. Κυκλοφόρησε επίσης η εκδοχή ότι το πτώμα είχε πράγματι αποτεφρωθεί και ότι οι στάχτες είχαν διασκορπιστεί από ένα αεροπλάνο στη ζούγκλα. Ειπώθηκε ακόμα ότι είχε χτιστεί σε έναν τοίχο του δημαρχείου του Βαγεγκράντε ή ότι είχε θαφτεί σε μιαν άκρη του νεκροτομείου, και δύο μήνες μετά το θάνατο του Γκεβάρα η Μισέλ Ρέι υποστήριζε την άποψη ότι το πτώμα διατηρούνταν σε πάγο σε ένα υπόγειο κάπου στη Λα Πας.
 

Πώς είχε πεθάνει ο Τσε; Πού ήταν το πτώμα του;

[...]

Τελικά το πτώμα του Τσε έμεινε στο μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 28 Ιουνίου 1997, στα περίχωρα του αεροδρομίου του στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας.[...]

Μαζί του βρίσκονταν και οι αντάρτες που είχαν σκοτωθεί στην αναμέτρηση στο Γιούρο, καθώς κι εκείνοι που είχαν δολοφονηθεί στο σχολείο.

Στις 3 Ιουλίου οι ιατροδικαστές επιβεβαιώνουν την ταυτότητά του στο ιαπωνικό νοσοκομείο της Σάντα Κρους. Στα μέσα Ιουλίου τα λείψανα των εφτά ανταρτών μεταφέρθηκαν στην Κούβα και σήμερα αναπαύονται σε ένα μαυσωλείο στην πόλη της Σάντα Κλάρα». [Της πόλης που ο ίδιος κατάχτησε το 1958, ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη της Επανάστασης].
(Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, ό.π.π. σσ 927-933)


5.

Φαρδιά η παλάμη του μας κράτησε παρέα

Ο διακεκριμένος μελετητής της ζωής και του έργου του Τσε, Ρομπέρτο Φερναντέζ Ρεταμάρ, αναφέρει παραδείγματα νοτιοαμερικανών ηρώων, πού oι Επαναστατικές τους δραστηριότητες συμπίπτουν με τη δράση και τις αντιλήψεις του Τσε. Μας λέει λοιπόν ο Ρεταμάρ:
 
Ο Τσε ξέρομε πως ήταν Αργεντινός, άλλα πού πολέμησε; Στη Γουατεμάλα, στην Κούβα και στη Βολιβία. Ο Σιμών Μπολιβάρ, Βενεζουελάνος, δεν πολέμησε (μόνο) στη Βενεζουέλα (Σ. Μπ.: αλλά και στην Κολομβία, στον Ισημερινό, στο Περού, στον Παναμά και στη Βολιβία). Ο Αργεντινός Ζοζέ ντέ Σάν Μαρτέν δεν πολέμησε στην Αργεντινή (σ. Μπ.: απελευθερωτής της Χιλής και του Περού από την Ισπανική κυριαρχία). Ο Δομινικανός Μάξιμο Γκόμεζ δεν πολέμησε στον Άγιο Δομίνικο (σ. Μπ: πολέμησε με τον Μαρτί στην Κούβα το 1895, πάνω από τη μισή ζωή του ήταν αφιερωμένη στον αγώνα για την Κουβανική Ανεξαρτησία και πέθανε στην Αβάνα το 1905). Ο Μαρτινικανός Φράντς Φανόν δεν πολέμησε στή Μαρτινίκα (σ.Μπ. πολέμησε στο Αλγέρι, στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας από το γαλλικό ζυγό και είναι ο συγγραφέας του σπουδαίου βιβλίου Της Γης Οι Κολασμένοι http://zbabis.blogspot.gr/2013/12/20.html). Ο ίδιος ο Ρεταμάρ μάς λέει ακόμη: «Όταν τα εργοστάσια της Κούβας και τα αγροκτήματά της άρχισαν να παράγουν ταχτικά για το λαό, ο Τσε εθεώρησε πως άλλες χώρες του κόσμου είχαν περισσότερο την ανάγκη του». 
(Μίκαελ Λόουη – Έλλης Αλεξίου, ό.π.π., σελ. XI)

6.

Ο Ίντι, ο Παμπλίτο, ο ελ Τσίνο κι ο Ανιθέτο

Κι η Επιφάνια

Βολιβία, Στρατόπεδο Νακαχουάσου: Ουρμπάνο (Λεονάρντο Ταμάγιο, Κουβανός), Μιγκέλ, Μάρκος, Τσε, Τσανγκ (Ελ Τσίνο), Πάκο, Κόκο (Περέδο)
Οι επιζήσαντες πίστευαν για πολύ καιρό ότι η γριούλα με την οποία είχαν έρθει σε επαφή εκείνη τη μέρα και που της είχαν δώσει πενήντα πέσος για να μη μιλήσει ήταν εκείνη που τελικά τους πρόδωσε. 

Ο Νταριέλ Αλαρκόν [ο Κουβανός Μπενίνιο του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ, που θα τον συναντήσουμε στο Β' Μέρος αυτού του αφιερώματος] λέει ότι επί κυβερνήσεως Τόρες μαθεύτηκε τελικά το πώς είχε η ιστορία: Ο γιος του δημάρχου της Ιγέρα ήταν εκείνος που τους είχε δει να περνάνε, την ώρα που πότιζε ένα πατατοχώραφο, και είχε τρέξει στο χωριό να τους μαρτυρήσει.

Ίντι
Γκουίντο Αλβάρο Περέδο Λέιγε, 30 Απρ. 1937 - Μάιος 1969
Πιάστηκε σε ενέδρα μετά από προδοσία και βασανίστηκε μέχρι θανάτου

Παμπλίτο
Φρανσίσκο Ουάνκα Φλόρες Πάμπλο, Βολιβία. 17 Σεπτεμβρίου 1945, Λάχα, Λα Παζ - 12 Οκτωβρίου 1967, Καχόνες

Ελ Τσίνο
Χουάν Πάμπλο Τσανγκ Ναβάρο Λεβάνο, 12 Απριλίου 1930, Λίμα Περού - 9 Οκτωβρίου 1967, Λα Ιγέρα Βολιβία

Ανισέτο
Ανισέτο Ρεϊνάγα Γορδίγιο,1940 στην περιοχή των ορυχείων Σίγλο ΧΧ - 8 Οχτώβρη 1967
Στην καταχώριση της 7ης Οκτωβρίου στο ημερολόγιο του Τσε λέγεται ότι η γριά συνοδευόταν από μία γυναίκα νάνο. Είκοσι χρόνια αργότερα ένας Κουβανός δημοσιογράφος ανακαλύπτει αυτή τη γυναίκα, τη νάνο της Ιγέρα, την εγγονή (και όχι κόρη της γριάς Επιφάνια ‒ο Τσε είχε κάνει λάθος ως προς αυτό), κι όταν τη ρωτά το όνομά της, του απαντά: «Όχι, γιατί έχουν έρθει πολλοί δημοσιογράφοι, κι ύστερα τ' αλλάζουν τα πράματα».
Σύμφωνα με τον Γκονσάλες Μπερμέχο, η γριά λέγεται Φλορένσια Καμπρίτας και η εγγονή Αλεχίτα.
 
Η Επιφάνια με τις κατσίκες και την κόρη τη νάνα
Η γριά Φλορένσια λέει: «Τους είδα να ξεπροβάλλουν εκείνο το απόγευμα, με τις γενειάδες τους, με τα όπλα τους, και τρόμαξα. Δεν ήθελα να μιλήσω. Ύστερα τους είπα πάνω κάτω πού βρίσκονταν. Δεν ήξερα ποιος ήτανε αυτός ο Τσε». (Τάιμπο ΙΙ, ό.π.π., σελ. 1081)


*
Μετάφραση - Απόδοση - Σχολιασμός - Επιμέλεια κειμένων - φωτό: Μπ. Ζ.
(Δεκάδες πηγές)
*
Η Κυριακάτικη Ανάγνωση συνεχίζεται στο

Βπέπε επίσης:
Νικολάς Γκιγιέν: Αχ, Κούβα (3+1 ποιήματα)

Νικολάς Γκιγιέν: Αηδόνια και μπαζούκας (3 ποιήματα)

και

Αρμενίζει η Κούβα στο χάρτη της
Για την επικαιρότητα των στίχων του Γκιγιέν
κέψεις και προβληματισμοί για την πορεία της σημερινής Κούβας)
*
Ακόμη
Γιάννης Ρίτσος - Νικολάς Γκιγιέν: Μια εξαιρετική συνάντηση στον Μεγάλο Ζωολογικό Κήπο του Κόσμου (VIDEO - Φωτό) ‒ Επίμετρο: Γιάννης Ρίτσος - Lea Lublin
Περισσότερα
Γκιγιέν


Και
Όλα τα Πρόσωπα της Μποτίλιας

*


Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, γνωστός και ως «Τσε»
(Che Guevara - Ernesto Guevara de la Serna)
Γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής
Δολοφονήθηκε από τη CIA, στις 9 Οκτωβρίου 1967 στη Λα Ιγκέρα της Βολιβίας
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 28.VI.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)
___________________

2 σχόλια:

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.